Το ριφιφί του αιώνα 1992: Η αληθινή ιστορία της ληστείας στην Τράπεζα Εργασίας

Ήταν Δεκέμβριος του 1992 όταν η ελληνική κοινή γνώμη πάγωσε μπροστά στην αποκάλυψη ενός ριφιφί, μιας κινηματογραφικής διάρρηξης. Το ημερολόγιο έγραφε Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 1992. Οι υπάλληλοι στο υποκατάστημα της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Καλλιρρόης 19, στην περιοχή του Νέου Κόσμου, αντίκρισαν ένα σκηνικό απόλυτης καταστροφής στο υπόγειο θησαυροφυλάκιο. Μια τρύπα 60 εκατοστών στο ενισχυμένο μπετόν των θεμελίων πρόδιδε τον τρόπο εισβολής.

Οι άγνωστοι δράστες είχαν καταφέρει να παραβιάσουν συνολικά 301 από τις 1.151 θυρίδες της τράπεζας, αφαιρώντας χρήματα, κοσμήματα και τιμαλφή, η αξία των οποίων αποτιμήθηκε τότε στο αστρονομικό ποσό των 5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Η προετοιμασία αυτού του εγκλήματος απαιτούσε μηχανική ακρίβεια και τεράστια υπομονή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έκανε ο τότε επικεφαλής της Ασφάλειας Αττικής, οι δράστες εργάζονταν για τουλάχιστον τρεις μήνες προκειμένου να ολοκληρώσουν το έργο τους.

Ξεκινώντας από ένα φρεάτιο του αποχετευτικού δικτύου της ΕΥΔΑΠ, το οποίο βρισκόταν στη συμβολή των οδών Καλλιρρόης και Δαμαγήτου, έσκαψαν μια υπόγεια σήραγγα μήκους 25 μέτρων. Το τούνελ διέθετε υποστυλώματα για την αποφυγή καθιζήσεων, ηλεκτρικό φωτισμό, σύστημα εξαερισμού, ακόμη και σιδηροτροχιές με ένα αυτοσχέδιο βαγονέτο για τη γρήγορη μεταφορά των μπάζων. Η αστυνομική έρευνα έδειξε ότι η τελική φάση της επιχείρησης εκτελέστηκε ανενόχλητα κατά τη διάρκεια του σαββατοκύριακου 19 και 20 Δεκεμβρίου.

Οι αρχές βρέθηκαν γρήγορα σε απόλυτο αδιέξοδο, καθώς οι ληστές δεν άφησαν πίσω τους κανένα αξιοποιήσιμο ίχνος. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Σύρος κρατούμενος των φυλακών Κορυδαλλού Τζουμάχ Χαλίντ έδωσε μια κατάθεση-βόμβα, υποδεικνύοντας ως εγκεφάλους και συνεργούς της ληστείας γνωστά στελέχη της κοινωνικής και επιχειρηματικής ζωής. Ανάμεσα στους κατηγορούμενους βρέθηκαν ο υποδιευθυντής του συγκεκριμένου υποκαταστήματος της τράπεζας Αναστάσιος Παπασταματάτος, ο επιχειρηματίας Στέλιος Καλαφάτης, ο Λάζαρος Κολοβός και ο Εμμανουήλ Κυριακίδης.

Παρά τον θόρυβο και τις πολύμηνες προφυλακίσεις, η υπόθεση κατέρρευσε δικαστικά και όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν πανηγυρικά με βούλευμα, καθώς τα στοιχεία κρίθηκαν ανεπαρκή και οι ισχυρισμοί του βασικού μάρτυρα αναξιόπιστοι.«Μας κατέστρεψαν τη ζωή χωρίς κανένα ακλόνητο στοιχείο, βασισμένοι μόνο σε λόγια ενός ανθρώπου που ήθελε να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης», δήλωσε χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του ένας από τους ανθρώπους που κάθισαν άδικα στο εδώλιο του κατηγορουμένου. «Η ρετσινιά του υπόπτου δεν φεύγει ποτέ, ακόμα κι αν η δικαιοσύνη σε κρίνει αθώο.

Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: ποιος είχε τις γνώσεις και την πρόσβαση να σχεδιάσει κάτι τέτοιο κάτω από τα πόδια μας;»

Το μυστήριο γύρω από την ταυτότητα των πραγματικών δραστών δεν λύθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα το έγκλημα να παραγραφεί οριστικά μετά την παρέλευση της εικοσαετίας. Η ιστορία αυτή, γεμάτη σκοτεινά σημεία και ανθρώπινα δράματα, ενέπνευσε τον γνωστό σκηνοθέτη Σωτήρη Τσαφούλια να δημιουργήσει τη δραματική σειρά Ριφιφί για λογαριασμό της COSMOTE TV, η οποία προβάλλεται πλέον και από τον τηλεοπτικό σταθμό Alpha.

Η σειρά δεν εστιάζει μόνο στο τεχνικό κομμάτι της διάρρηξης, αλλά αναδεικνύει και τις τραγικές ιστορίες των θυμάτων που έχασαν τις οικονομίες μιας ζωής. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η αληθινή ιστορία της Όλγας.

Η αληθινή Όλγα του ριφιφί

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ένα παιδί δεκαοκτώ μηνών διαγνώστηκε με νευροβλάστωμα τέταρτου σταδίου, μια σπάνια και επιθετική μορφή παιδικού καρκίνου. Οι γονείς του, ο Στρατής Βασιλέλλης και η Γεωργία Πιτσιλάδη, άφησαν τη Λέσβο και βρέθηκαν στην Αθήνα, στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Ακολούθησαν χειρουργεία, χημειοθεραπείες, μεταμόσχευση μυελού. Οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν, χωρίς αποτέλεσμα. Υπήρχε, όμως, μία τελευταία πιθανότητα να σώσουν τη ζωή του μικρού αγοριού, αν τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Memorial στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κόστος άγγιζε το ποσό των 100 εκατομμυρίων δραχμών — σχεδόν 300 χιλιάδες ευρώ σήμερα. Ένα ποσό αδιανόητο για μια οικογένεια που ζούσε από το μεροκάματο.

Ο Στρατής Βασιλέλλης, οικοδόμος στο επάγγελμα, έκανε τότε το μόνο που μπορούσε. Βγήκε στην τηλεόραση και η κοινωνία αντέδρασε άμεσα με γενναιοδωρία, σε μια εποχή χωρίς social media.

Η μητέρα του, μιλώντας στην εκπομπή της Αναστασίας Γιάμαλη στο Mega από το Πλωμάρι της Λέσβου, περιέγραψε τη στιγμή που όλα έδειχναν έτοιμα να κινηθούν: «Στείλαμε τα χαρτιά και μας είπαν ότι μπορείτε να το φέρετε το παιδάκι, βγάλαμε τα εισιτήρια, ετοιμάσαμε διαβατήρια και απομείναμε με βαλίτσες και διαβατήρια στο χέρι», είπε συντετριμμένη, πάνω από μια εικοσιπενταετία μετά τα τραγικά γεγονότα.

Στις 13 Ιουνίου 2000, η τράπεζα δέσμευσε τον λογαριασμό. Η αιτιολογία: ο έρανος δεν είχε χαρακτηριστεί εξαρχής ως τέτοιος και, βάσει νόμου του 1931, η εκταμίευση χρημάτων υπέρ ιδιώτη χωρίς ειδική άδεια δεν ήταν νόμιμη.

«Μας λέει τα λεφτά δεσμεύτηκαν. Έχουν βγάλει έναν νόμο το ’31. Τι να τον κάνω εγώ τον νόμο; Το δικό μου το μωρό ήταν γεννημένο το ’31; Βοηθάει ο κόσμος από το υστέρημά του. Η τράπεζα γιατί να τα δεσμεύει; Είναι δικά της; Ο κόσμος τα έδωσε για το μωρό. Να γιατρευτεί το μωρό. Δώστα. Ήταν δικά σας; Αλλιώς να μην τα έπαιρναν [τα χρήματα]. Γιατί να τα πάρουν από τον κόσμο; Για να πουν ότι είμαστε κλέφτες κι απατεώνες; Ότι θα τα βάλετε, αλλά εμείς θα τα πάρουμε;», είπε επίσης στην ίδια συνέντευξη η Γεωργία Πιτσιλάδη.

Όπως περιγράφει ο πατέρας του παιδιού Στρατής Βασιλέλλης μιλώντας στις «Εξελίξεις Τώρα», η οικογένεια βρέθηκε αντιμέτωπη με θεσμικό Γολγοθά: «Όλοι ήταν συνεννοημένοι. Από τράπεζα, νοσοκομείο, τα πάντα. Μέχρι της Αθήνας ο διοικητής. Ήταν μπλεγμένοι όλοι μέσα. Για τα χρήματα…. Κλίκα».

Ο χρόνος έτρεχε εναντίον του μικρού Παναγιωτάκη. Ένα μέρος των χρημάτων αποδεσμεύτηκε αργότερα ως «δωρεά», όχι όμως αρκετό για να καλύψει τις απαιτήσεις των γιατρών στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι ζητούσαν υψηλή προκαταβολή για να ξεκινήσει η θεραπεία. Κάποιοι γιατροί αμφισβήτησαν δημόσια την αναγκαιότητα του ταξιδιού, το τότε Υπουργείο Υγείας δεν επέδειξε καμία ουσιαστική ευαισθησία και η υπόθεση άρχισε να φθείρεται μέσα στον θόρυβο. «Ούτε νόμος άλλαξε, ούτε τίποτε άλλαξε, το μωρό μου το έφαγαν και το αποτέλεσμα μηδέν», σχολιάζει σήμερα η μητέρα του.

Τον Δεκέμβριο του 2000, η κατάσταση του Παναγιώτη επιδεινώθηκε δραματικά. Τον Φεβρουάριο του 2001 ψηφίστηκε ειδική ρύθμιση για κατ’ εξαίρεση αποδέσμευση χρημάτων σε περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας. Στις αρχές Μαρτίου εκδόθηκε η σχετική υπουργική απόφαση. Το κράτος είχε δώσει το «ναι». Στις 5 Μαρτίου 2001, ο Παναγιώτης Βασιλέλλης πέθανε. Τα τελευταία του λόγια ήταν «Μαμά, θα κάνω νάνι», πριν «σβήσει» στην αγκαλιά της μητέρας του. Δύο ημέρες αργότερα, η τράπεζα εκταμίευσε 12 εκατομμύρια δραχμές, τα οποία δόθηκαν σε ιδρύματα.

Οι γονείς αναζήτησαν δικαίωση στα Δικαστήρια. Το 2008 κρίθηκε ότι κανείς δεν έφερε ευθύνη, καθώς όλοι ενήργησαν σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν διαπίστωσε τυπική παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή, αν και καταγράφηκαν μειοψηφικές απόψεις που σημείωναν το προφανές, ότι δηλαδή η γραφειοκρατία δεν μπορεί να προηγείται της ανθρώπινης ζωής.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, η ιστορία επέστρεψε στη μικρή οθόνη και η Ελλάδα την αγκάλιασε και πάλι. Η σειρά «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια συνέδεσε ευφυώς δύο διαφορετικές υποθέσεις: το Ριφιφί του Αιώνα στην Τράπεζα Εργασίας το 1992 και την υπόθεση του μικρού Παναγιώτη.

Μέχρι και σήμερα, το ριφιφί του 1992 παραμένει ο απόλυτος αστικός μύθος της Αθήνας, ένα τέλειο έγκλημα που δεν βρήκε ποτέ τον ένοχό του.

Cookies