Ήταν 6 Οκτωβρίου 2023, όταν η Μαίρη Χρονοπούλου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών. Τρία χρόνια μετά, η παρουσία της στον ελληνικό κινηματογράφο παραμένει έντονη, όχι μόνο μέσα από τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε, αλλά και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο η ίδια επέλεξε να μιλά για τη ζωή της. Μιλούσε πάντα ανοιχτά για τους έρωτες, τον γάμο της, την απουσία ενός παιδιού, τα χρόνια των σοβαρών προβλημάτων υγείας, τη μοναξιά, αλλά και τον φόβο των γηρατειών.
Στις τελευταίες συνεντεύξεις, δεν προσπάθησε να παρουσιάσει την τέλεια εικόνα για τη ζωή της. Αντίθετα, μίλησε για όσα κέρδισε και έχασε. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Από μικρή ήθελε να ασχοληθεί με τον χορό και φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί συμμετείχε ως μέλος του χορού σε παραστάσεις αρχαίου δράματος, πριν περάσει στο θέατρο και αρχίσει να χτίζει σταδιακά τη δική της πορεία.
Την περίοδο 1957-1958 εμφανίστηκε στο θέατρο Ακροπόλ, ενώ για μια σεζόν (1961-1962) συμμετείχε στα «Κόκκινα Φανάρια» του Αλέξη Δαμιανού. Η θεατρική της διαδρομή δεν περιορίστηκε σε ένα είδος, καθώς συνεργάστηκε με σημαντικούς θιάσους και δοκίμασε διαφορετικούς ρόλους. Το 1972 δημιούργησε τον δικό της θίασο.
Η πρώτη εμφάνιση στο σινεμά και η μεγάλη απογείωση
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1954, στο «Χαρούμενο ξεκίνημα» του Ντίνου Δημόπουλου. Ακολούθησε ένας μικρός ρόλος στο «Τελευταίο Ψέμα» του Μιχάλη Κακογιάννη το 1958. Από το 1963 και μετά, η καριέρα της άρχισε να απογειώνεται, καθώς έγινε μία από τις χαρακτηριστικές πρωταγωνίστριες του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960. Συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες και πρωταγωνίστησε δίπλα σε ηθοποιούς όπως ο Νίκος Κούρκουλος, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ο Γιώργος Φούντας, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και ο Φαίδων Γεωργίτσης.
«Τα κόκκινα φανάρια», «Πολύ αργά για δάκρυα», «Κοινωνία ώρα μηδέν», «Ορατότης μηδέν» και «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» είναι μερικές από τις ταινίες που συνδέθηκαν με την κινηματογραφική της πορεία.
Μαίρη Χρονοπούλου: Η γυναίκα των μιούζικαλ
Η ηθοποιός έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής μέσα από τις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη. «Οι θαλασσιές οι χάντρες», «Μια κυρία στα μπουζούκια» και η αλήστου μνήμης «Γοργόνες και μάγκες» την καθιέρωσαν σε ένα διαφορετικό κινηματογραφικό ύφος, ενώ τραγούδια όπως το «Του αγοριού απέναντι» έγιναν άμεσα αναγνωρίσιμα.
Η ίδια, πάντως, είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το σινεμά. Σε συνέντευξή της είχε εξηγήσει πως δεν βαριόταν ποτέ στον κινηματογράφο, για τον απλούστατο λόγο πως κάθε σκηνή ήταν διαφορετική. Το θέατρο, αντίθετα, την κούραζε εξαιτίας της επανάληψης των ίδιων παραστάσεων.
Από τη «σταρ» στην ηθοποιό
Η καριέρα της δεν περιορίστηκε στους εμπορικούς ρόλους και στα μιούζικαλ. Συνεργάστηκε με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στους «Κυνηγούς» και στο «Ταξίδι στα Κύθηρα», ενώ για την ερμηνεία της στα «Παιδιά της Χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου κέρδισε το Α’ Βραβείο Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1987.
Το 2021, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου της απένειμε Τιμητικό Βραβείο για το σύνολο της προσφοράς της. Η τελευταία κινηματογραφική της εμφάνιση ήταν στην ταινία «Προς την Ελευθερία» του Χάρη Παπαδόπουλου, το 1996, ενώ χρόνια αργότερα, το 2023, επέστρεψε στην τηλεόραση, με τελευταία εμφάνιση στη σειρά «Έτερος Εγώ: Νέμεσις».

Οι έρωτες που τη σημάδεψαν
Η προσωπική της ζωή αποτέλεσε για δεκαετίες αντικείμενο δημοσιευμάτων. Η ίδια, όμως, στα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε έναν διαφορετικό τρόπο να μιλά γι’ αυτήν. Σε συνέντευξή της το 2022 είχε αποκαλύψει ότι ο πρώτος μεγάλος έρωτάς της ήταν ο Μίμης Πλέσσας. Τον είχε γνωρίσει όταν ήταν μόλις 16 ετών και είχε μιλήσει με έντονη συγκίνηση για εκείνη την περίοδο. Για 3 χρόνια, υπήρξε αρραβωνιασμένη με τον Ανδρέα Μπάρκουλη και το 1975 παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο και τότε δήμαρχο Σπάτων Δήμο Μπότσαρη. Ο γάμος τους κράτησε περίπου έναν χρόνο.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, επέμενε να διορθώνει μια εικόνα που είχε δημιουργηθεί γύρω από εκείνη εξαιτίας των κινηματογραφικών της ρόλων. Όπως είχε τονίσει, οι ρόλοι που ενσάρκωσε, είχαν κάνει πολλούς να πιστεύουν πως η προσωπική της ζωή ήταν «ζωηρή», κάτι που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα.
«Αν γύριζα τον χρόνο πίσω θα έκανα ένα παιδί»
Λίγες ημέρες πριν από το μοιραίο ατύχημα, είχε μιλήσει για το γεγονός ότι δεν απέκτησε παιδιά. «Αν γύριζα τον χρόνο πίσω θα έκανα ένα παιδί», είχε πει συγκινημένη, εξηγώντας παράλληλα πως οι συνθήκες και η προσωπική της ζωή δεν της το επέτρεψαν.
Την ίδια στιγμή, μιλούσε για το «Χαμόγελο του Παιδιού» σαν να ήταν η οικογένεια που δημιούργησε με τον δικό της τρόπο. Είχε συνδέσει τη φιλανθρωπική της προσφορά με την αγάπη της για τα παιδιά και είχε αποφασίσει να αφήσει την περιουσία της στον οργανισμό.
Το τροχαίο του 1999 και η «20ετία φρίκης»
Το 1999 ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα άλλαξε την καθημερινότητά της. Τα κινητικά προβλήματα που ακολούθησαν την απομάκρυναν για μεγάλο διάστημα από την καλλιτεχνική και δημόσια ζωή. «Ήταν μια 20ετία φρίκης», είχε πει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια εξαιρετικά οδυνηρή περίοδο, η οποία ήταν γεμάτη από πόνους, επεμβάσεις και δυσκολίες.
Στη συνέχεια ήρθε ακόμη μία σοβαρή περιπέτεια. Όταν πήρε φωτιά η μπλούζα της από ένα κερί, υπέστη εκτεταμένα εγκαύματα και χρειάστηκε να υποβληθεί σε 11 χειρουργεία. Σε συνέντευξή της, είχε αποκαλύψει πως κατά τη διάρκεια μιας επέμβασης υπέστη ανακοπή και παρέμεινε για μέρες στην εντατική. Παρόλα αυτά, ήταν πάντα μαχήτρια. Παρά τα προβλήματα, κατάφερε σταδιακά να ξαναπερπατήσει. Όπως είχε πει η ίδια, καθοριστικό ρόλο έπαιξε ένας φυσικοθεραπευτής, αλλά και το προσωπικό της πείσμα.
Η επιστροφή
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν μια περίοδος επιστροφής. Η Χρονοπούλου άρχισε και πάλι να εμφανίζεται δημόσια, να δίνει συνεντεύξεις και να μιλά για τη ζωή της χωρίς να αποφεύγει τις δύσκολες ερωτήσεις. Το 2023 εμφανίστηκε στη σειρά «Έτερος Εγώ: Νέμεσις», επιστρέφοντας ουσιαστικά στην υποκριτική έπειτα από χρόνια απουσίας.
Παράλληλα, στις συνεντεύξεις της μιλούσε πλέον ανοιχτά για τη μοναξιά. Λίγες ημέρες πριν από το ατύχημα που θα της κόστιζε τη ζωή, είχε πει ότι αυτό που της έλειπε δεν ήταν η διασκέδαση αλλά «η αγκαλιά και η τρυφερότητα». Η ανάγκη να υπάρχει ένας άνθρωπος δίπλα της στις δύσκολες στιγμές, ακόμη και όταν περίμενε τα αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων.
Δεν έκρυβε ούτε τη δυσκολία που είχε με την ιδέα των γηρατειών. Στην τελευταία της συνέντευξη στον Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο είχε μιλήσει με τον δικό της ωμό και άμεσο τρόπο για τον φόβο της απέναντι στη μεγάλη ηλικία και είχε πει ότι ήθελε «ένα καλό τέλος».
Ο τραυματισμός και το τέλος
Τον Σεπτέμβριο του 2023, η Μαίρη Χρονοπούλου τραυματίστηκε σοβαρά μέσα στο σπίτι της, μετά από πτώση. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό» με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση. Στις 6 Οκτωβρίου 2023 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 90 ετών. Λίγες ημέρες πριν, είχε μιλήσει για τη ζωή που ήθελε ακόμα να ζήσει. Είχε ακόμα αυτό το πείσμα και διάθεση για ζωή. Αυτό το πείσμα που την ακολούθησε μέχρι το τέλος.
Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη γυναίκα έζησε πολλές ζωές μέσα σε μία. Ήταν η πρωταγωνίστρια σε ταινίες, μιούζικαλ και μια ηθοποιός που διεκδίκησε διαφορετικούς ρόλους. Ήταν, όμως και μια γυναίκα που έζησε μεγάλους έρωτες. Η ζωή της κάλλλιστα θα μπορούσε να γίνει σενάριο για τον κινηματογράφο. Τα είχε όλα. Στο μάξιμουμ. Πέρασαν 3 χρόνια από τον χαμό της. Ξεκουράστηκε και θα την θυμόμαστε όπως θα ήθελε κι εκείνη: Λαμπερή, μέσα από τις εμβληματικές ταινίες που άφησαν εποχή.











