Μία από τις πιο προσωπικές και συγκινητικές συνεντεύξεις της καριέρας του παραχώρησε ο Γιάννης Αντετοκούνμπο στον Ανέστη Ευαγγελόπουλο και το Anestea The Podcast.
Ο κορυφαίος Έλληνας μπασκετμπολίστας μίλησε με απόλυτη ειλικρίνεια για τα παιδικά του χρόνια, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, το αίσθημα ότι δεν ανήκε ούτε εδώ ούτε στη Νιγηρία, αλλά και για τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξε η οικογένειά του στη ζωή του.
Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο αποκάλυψε πως μέχρι λίγο πριν μετακομίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αγωνιστεί στο NBA δεν διέθετε ούτε ελληνική ταυτότητα ούτε διαβατήριο.
«Δεν είχα πάρει χαμπάρι όταν έλεγαν οι φίλοι μου “έχω την ταυτότητά μου, έχω το διαβατήριό μου”. Δεν ήξερα τι είναι αυτό. Όταν πήγαινα σπίτι και ρωτούσα τον μπαμπά μου “γιατί εγώ δεν έχω ταυτότητα, δεν έχω διαβατήριο;”, μου έλεγε “μην ανησυχείς, μια μέρα θα βγάλεις κι εσύ”. Θυμάμαι ότι πήρα το διαβατήριό μου δύο μήνες πριν πάω στο NBA. Μπορεί και έναν μήνα πριν. Ήταν όλα πολύ γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια περιέγραψε το έντονο αίσθημα ταυτότητας που τον συνόδευε μεγαλώνοντας, εξηγώντας πως ένιωθε διχασμένος ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νιγηρία.
«Όταν έβλεπα την οικογένειά μου από τη Νιγηρία, δεν ένιωθα ότι ήμουν connected, γιατί πήγα σε ελληνικό σχολείο, μιλούσα ελληνικά, ήξερα την ελληνική κουλτούρα και οι φίλοι μου ήταν Έλληνες. Και μετά, όταν ήμουν εδώ, ένιωθα λες και δεν με θέλανε. I always felt in the middle. Έτσι ένιωθα», είπε.
Όπως αποκάλυψε, το συναίσθημα αυτό δεν έχει εξαφανιστεί ούτε σήμερα. «Αυτό γίνεται ακόμα και τώρα στις business. Ξεκίνησε τότε και συνεχίζεται. Είμαι ένας μαύρος Έλληνας που κάποιες φορές πάω να κάνω μια δουλειά εδώ και σου κλείνουν την πόρτα. Πας στην Αμερική και πάλι… I feel like I don’t fit. Γιατί πόσοι σαν εμένα έχουν βρεθεί ποτέ στην Ελλάδα; Είμαστε μετρημένοι στα δάχτυλα. I did feel lost. Ένιωθα χαμένος», εξομολογήθηκε.
Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε η οικογένειά του, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο τόνισε πως το σπίτι του ήταν πάντα το ασφαλές του καταφύγιο.
«Whenever I went home, home was always base. Μπαίναμε στην πόρτα και την κλείναμε και ένιωθα λες και ήμουν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο. Παιδιά, μεγάλωσα χωρίς λεφτά, αλλά μεγάλωσα με την πιο πλούσια οικογένεια στον κόσμο. Η μητέρα μου χόρευε, έβαζε νιγηριανά τραγούδια, μαγείρευε, ο πατέρας μου ήταν πολύ καλός μάγειρας όταν είχαμε. Και έλεγα “η ζωή είναι ωραία”. Δεν ήταν όλα καλά, αλλά πρέπει να λες “όλα καλά” και να συνεχίζεις να πηγαίνεις μπροστά, ώστε να inspire τους άλλους», είπε συγκινημένος.











