Αν και εκπροσωπούν δύο εντελώς διαφορετικές καλλιτεχνικές γενιές, αποδεικνύουν ότι κάποιες σχέσεις έρχονται για να μείνουν. Οι δύο αγαπημένοι ηθοποιοί, οι οποίοι πρωταγωνιστούν στη σειρά «Μια νύχτα μόνο», που προβάλλεται Κυριακή με Τρίτη, στις 21:00, στην prime time του MEGA, θυμούνται την πρώτη τους συνάντηση, πολλά χρόνια πριν, και μας αποκαλύπτουν τις επιλογές τους, τηλεοπτικές, θεατρικές και προσωπικές, καθώς και τις αξίες με τις οποίες πορεύονται στη ζωή τους.
Ας ξεκινήσουμε την κουβέντα μας με τους ρόλους σας στην τηλεοπτική σειρά που σας έκανε να ξανασυναντηθείτε.
Γιάννης Βούρος: Μπορεί να ακουστεί κοινότοπο –και τα κοινότοπα δεν είναι αρεστά σε κάποιους–, αλλά εγώ θα το πω. Επέστρεψα στα καλλιτεχνικά μετά από 4,5-5 χρόνια απουσίας λόγω της ενασχόλησής μου με τα κοινά και των υποχρεώσεών μου ως δημάρχου στη Νέα Φιλαδέλφεια. Κι επέστρεψα με ένα story που πατά καλά, έχει ουσία, με μια ομάδα συνεργατών ηθοποιών, αλλά και backstage με μια παραγωγή υψηλών προδιαγραφών και αισθητικής που με έκαναν να νιώσω εξαρχής καλυμμένος. Δηλαδή, ότι έχω κάποιες όχθες μέσα στις οποίες θα κινηθώ και θα καταθέσω και το δικό μου οβολό. Συν το ότι για μένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ευκαιρία να παίξω έναν κόντρα ρόλο. Σε όλες τις εκφάνσεις της καριέρας μου, έχω επιδιώξει να αλλάζω επί σκηνής, να μην περιφέρω το σαρκίο και τα εκφραστικά μέσα μου, να μην είμαι αναγνωρίσιμος. Τώρα, λοιπόν, μου δόθηκε η ευκαιρία να βγω ξανά στην τηλεόραση με ένα ρόλο που, για να μπω σε αυτόν, απαιτεί να βρω τις χαραμάδες του, να καταλάβω ποιες είναι οι ευαισθησίες του. Είναι ένα πολύ ωραίο δώρο, και ως προς το περιτύλιγμά του και ως προς την ουσιαστική αξία του.
Τάσος Ιορδανίδης: Πάντα χαίρομαι για τις συναντήσεις μου στο χώρο της δουλειάς – και για τις συγκεκριμένες, με όλους τους συναδέλφους και τον Γιάννη, η χαρά μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη. Τον Γιάννη τον θαυμάζω για όλη του την πορεία αλλά και τηλεοπτικά. Εδώ πρέπει να πω ότι την πρώτη μου θεατρική δουλειά, την πρώτη μου θεατρική απόπειρα παραγωγικά, με το «Συλλέκτη», λίγο αφότου τελείωσα τη δραματική σχολή, την ανέλαβε σκηνοθετικά ο Γιάννης. Ήταν, ας πούμε, ο καλλιτεχνικός νονός μου. Είχα πάει να τον συναντήσω, του ζήτησα να συνεργαστούμε και όχι απλώς με δέχθηκε, αλλά μου έκανε την τιμή να δεχθεί και την πρότασή μου.
Γ.Β.: Τελικά, ήταν μια πολύ καλή απόφαση γιατί η πορεία του Τάσου απέδειξε ότι δεν ήταν ένα πυροτέχνημα.
Τ.Ι.: Εξίσου μεγάλη είναι η χαρά μου που ξανασυναντιέμαι με τον Στάμο (σ.σ. Τσάμη, σκηνοθέτη της σειράς), με τον οποίο γνωριζόμαστε από το ξεκίνημά μας. Όλοι οι συνεργάτες και το συνεργείο δουλεύουν με πολύ μεγάλο μεράκι και επίγνωση του τι κάνουν. Δηλαδή, του ότι βρίσκονται στην prime time ενός μεγάλου καναλιού με μια σειρά την οποία πρέπει να κατευθύνουν, να κουμαντάρουν ένα ολόκληρο καράβι. Εγώ υποδύομαι τον Σταύρο, με τον οποίο δεν έχω πολλά κοινά σημεία. Στην προσωπική μου ζωή, αν δεν έβρισκα ανταπόκριση, θα προχωρούσα. Είναι ωραίος τύπος όμως, αγαπησιάρης. Με τον ξάδερφό του (σ.σ. τον Οδυσσέα, τον οποίο παίζει ο Δημήτρης Λάλος) έχουν μια ουσιαστική σχέση, παρά τον ανταγωνισμό τους για μια γυναίκα. Είχα εξαρχής μια καλή αίσθηση για το «Μια νύχτα μόνο» και επιβεβαιώθηκα. Γιατί η σειρά θα μπορούσε να πέσει σε πολλές μπανανόφλουδες λόγω θεματολογίας, αλλά δεν συνέβη αυτό επειδή έπεσε στα κατάλληλα χέρια. Από την αρχή, πίστευα πολύ σε αυτήν τη δουλειά, και γι’ αυτό είχα δηλώσει στην εκπομπή «Buongiorno» και τη Φαίη Σκορδά ότι το θεωρούσα αδύνατον να μην πάει καλά.
Θεατρικά, πού σας βρίσκουμε; Εσύ, Τάσο, έχεις και δεύτερο τηλεοπτικό σπίτι.
Γ.Β.: Έχω την ευτυχία να ισχύει θεατρικά ό,τι ισχύει και για την τηλεοπτική επάνοδό μου, με έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστικό ρόλο, του βασικού δικηγόρου στην παράσταση «Μάρτυρας Κατηγορίας», που έχει ήδη μια επιτυχημένη πορεία δύο χρόνων. Όταν κλήθηκα να αντικαταστήσω το συνάδελφο Θανάση Κουρλαμπά, είχα κι άλλες προτάσεις – δεν το λέω εγωιστικά, αλλά, με το που ακούστηκε ότι επιστρέφω, αμέσως άρχισε να χτυπά το τηλέφωνό μου. Προτίμησα τη συγκεκριμένη παράσταση γιατί δεν είχε το ρίσκο της καινούριας παραγωγής, ήταν ένα δοκιμασμένο έργο, σε ένα κεντρικό θέατρο, το Δημήτρης Χορν, με μια ομάδα που ήδη συνεργαζόταν δύο χρόνια. Αυτή ήταν και η δυσκολία όμως, ότι εισήλθα σε ένα έτοιμο περιβάλλον, με τη χημεία των συναδέλφων να μετρά πολύ καιρό και να τους δίνει σιγουριά. Έπρεπε να μπω πολύ γρήγορα στους ρυθμούς και στην ατμόσφαιρα, και το έχτισα παράσταση με παράσταση. Θεωρώ λοιπόν ότι καλώς έκανα και την επέλεξα. Ο ρόλος είναι πολύ δελεαστικός καθώς μου αρέσει που ο δικηγόρος τον οποίο ενσαρκώνω αγορεύει και απευθύνεται σε μεγάλο βαθμό στους ενόρκους, που είναι οι θεατές, οι οποίοι παίρνουν μέρος στην παράσταση. Υπάρχει ελευθερία να συνδιαλλαγείς μαζί τους, να τους προκαλέσεις, να προσθέσεις πράγματα. Ωστόσο οφείλω να πω ότι αντικατάσταση δεν έχω σκοπό να ξανακάνω. Είναι πάρα πολύ δύσκολη.
Τ.Ι.: Τηλεοπτικά, είμαι για δεύτερη σεζόν στην πρωινή εκπομπή της ΕΡΤ «Καλημέρα είπαμε;». Στην αρχή το είχα φοβηθεί, είναι δύσκολη η ζωντανή παρουσίαση, αλλά οι συνεργάτες, με επικεφαλής τη Ζωή Κρονάκη, είναι καταπληκτικοί. Οπότε, περνάω πολύ καλά – αν εξαιρέσουμε το πρωινό ξύπνημα, που ισχύει και για τα Σαββατοκύριακα. Θεατρικά, είμαστε με τη Θάλεια (σ.σ. Ματίκα, τη σύζυγό του) για πέμπτη σεζόν με το έργο μας «Θέλω να σου κρατάω το χέρι» στο καλλιτεχνικό μας σπίτι, το θέατρο Άλφα Ληναίος-Φωτίου. Θεωρώ πως είναι μια παράσταση που έχει πάει πολύ καλά επειδή είναι έργο καρδιάς.
Γ.Β.: Σε αυτή την εποχή που ο καθένας περιφρουρεί με απόλυτη εσωστρέφεια το μικρόκοσμό του, τα έργα σχέσεων αγγίζουν πολύ τον κόσμο. Η Θάλεια μάλιστα μου είπε ότι το έγραψες μέσα σε 3-4 ημέρες, Τάσο.
Τ.Ι.: Όντως, το έγραψα σε τρεις ημέρες. Είναι μια πολύ ευτυχής συγκυρία, ήρθε από εκεί όπου δεν το περίμενα. Καμιά φορά γεννιούνται πράγματα όταν δεν το περιμένεις. Κάτι συνέβη, το οποίο επικοινώνησε πολύ ουσιαστικά με τον κόσμο. Είμαστε στην πέμπτη σεζόν, ενώ θα μπορούσαμε κάλλιστα να συνεχίσουμε και για έκτη. Για να μιλήσουμε ξεκάθαρα, κάνει ταμείο, αλλά είναι και κάτι που μας εκφράζει καλλιτεχνικά. Είμαστε συνδημιουργοί με τη Θάλεια, εγώ το έγραψα, εκείνη το σκηνοθέτησε. Είναι δικό μας, «χειροποίητο», όπως μας αρέσει να το αποκαλούμε, και χαιρόμαστε πάρα πολύ που έχει αυτή την ανταπόκριση. Το έχουμε στις αποσκευές μας και, αν κάποια στιγμή κρίνουμε ότι μπορεί να πρέπει να το επαναφέρουμε, θα το κάνουμε. Έχουμε όμως και άλλα σχέδια. Μάλιστα, επειδή ψαχνόμαστε για το τι θα ανεβάσουμε του χρόνου –σκεφτόμουν να γράψω και διαβάζω διάφορα έργα–, ρώτησα και τον Γιάννη, που έχει πολύ μεγάλη εμπειρία, και θα μου στείλει κάποιες προτάσεις. Θα κάνουμε μια επιλογή η οποία πρώτα απ’ όλα θα αγγίξει εμάς συναισθηματικά, θα μας κινητοποιήσει, και ευελπιστούμε να αφορά και τον κόσμο.

Στην πορεία του χρόνου, ένας ηθοποιός αποκτά ευκολίες στην υποκριτική;
Τ.Ι.: Εγώ θεωρούσα ότι νεότερος είχα ευκολίες. Μόλις συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να καταπολεμώ τις ευκολίες μου και να παίζω με τις δυσκολίες μου, να πατώ πάνω τους, να τις δημιουργώ σε μένα, τότε άρχισα να αισθάνομαι ότι γίνομαι κατά τι καλύτερος.
Γ.Β.: Προσωπικά, επιδιώκω να μην έχω πια τις ευκολίες που είχα ως νεαρός ηθοποιός.
Τις χρειάζεται ένας νέος ηθοποιός για να νιώσει αυτοπεποίθηση και μετά τις πολεμά;
Γ.Β.: Αν ζούσαμε στο εξωτερικό, όπου εκτιμάται το ότι κάποιος τολμά δύσκολα πράγματα, θα κάναμε μια διαφορετική συζήτηση. Έχουμε συναδέλφους που υποδύονται χρόνια τον εαυτό τους και τα πάνε μια χαρά, είναι επιλογή τους. Εγώ από μικρός πήγαινα κόντρα σε αυτά γιατί αισθανόμουν ότι δεν είμαι δημιουργικός. Τα εκφραστικά μέσα του ηθοποιού ποια είναι; Η φωνή του, το σώμα του, η ψυχή του. Ένας γλύπτης έχει το σκαρπέλο και το σφυρί, ένας βιολιστής το βιολί. Το εργαλείο του ηθοποιού είναι ο εαυτός του. Μόνο αυτό έχει, τίποτα άλλο. Γι’ αυτό, πάντα προσπαθούσα να μην παίζω με τις ευκολίες μου. Κι όσο μεγαλώνω τόσο μεγαλύτερες ανασφάλειες βιώνω.
Τ.Ι.: Ξέρεις όμως πόσο δημιουργικές είναι αυτές οι ανασφάλειες που αναφέρει ο Γιάννης; Σε κάνουν να ψάχνεις συνεχώς νέους δρόμους. Γιατί, συν τω χρόνω, έχεις περισσότερες προσλαμβάνουσες, περισσότερα ερεθίσματα. Ποια θα είναι η επιλογή και ποια η καλύτερη διαδρομή; Όσο μεγαλώνει ο ηθοποιός τόσο περισσότερες αμφιβολίες οφείλει να έχει.
Με λίγα λόγια, σιγουριά δεν νιώθετε ποτέ;
Γ.Β.: Στα 45 χρόνια που μετράω στο χώρο, είναι ελάχιστες οι φορές που έχω νιώσει ότι αυτό που κάνω το κάνω καλά. Υπήρξαν στιγμές που έφευγα από το σπίτι μου και σκεφτόμουν «πού πάω, γιατί το κάνω αυτό;».
Τ.Ι.: Κι εγώ το έχω αισθανθεί αυτό. Πολύ ψυχοφθόρο! Σε σημείο να μη θέλεις να ανέβεις πάνω στη σκηνή γιατί εκείνη τη στιγμή νομίζεις ότι δυσλειτουργεί το σύστημα. Όσο για τη σιγουριά, ναι, τη βιώνεις κάποια στιγμή. Έχει να κάνει και με το χαρακτήρα βέβαια. Είναι εύκολο η σιγουριά να γίνει αλαζονεία. Εγώ νιώθω ότι πατώ καλά, αλλά λέω «μήπως θα μπορούσα να πατήσω και καλύτερα;». Με τρώει αυτό, είναι όμως δημιουργικό.

Σε μια γρήγορη, απαιτητική καθημερινότητα, τι σημαίνει πλέον οικογένεια;
Γ.Β.: Τα παιδιά μου είναι μεγάλα, αλλά δεν παύουν να είναι παιδιά. Μόνο ο Αλέξης, που είναι 27 ετών, μένει ακόμη στο σπίτι. Εγώ, ως γνήσιος Καρκίνος, είμαι του cocooning, της εστίας, του οίκου. Έχω γύρισμα 8-6 ώρες από το πρωί και μετά παράσταση. Δεν πειράζει που κουράζομαι, μου αρέσει. Μου λένε όμως οι συνάδελφοι να πάμε να τσιμπήσουμε κάτι ή να πιούμε ένα ποτό κι εγώ θέλω απλώς το σπίτι μου, το καβούκι μου, τον καναπέ μου. Και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τεμπέλης κάποιος που δουλεύει δεκαπέντε ώρες την ημέρα. Αποζητώ ωστόσο τη ζεστασιά της ενέργειας ενός χώρου που εδώ και σαράντα χρόνια είναι φορτωμένος με ζωή. Και πρέπει να πω ότι με τη Λένα (σ.σ. τη σύζυγό του, με την οποία είχαν πάρει διαζύγιο και ξαναπαντρεύτηκαν) είμαστε πιο καλά απ’ ό,τι πριν από 25 χρόνια.
Τ.Ι.: Κι εμένα μου αρέσει πολύ να επιστρέφω στο σπίτι.
Γ.Β.: Μου έχει λείψει το παιχνίδι που κάναμε με τα παιδιά μου όταν ήταν μικρά, που γαργαλιόμασταν, γελούσαμε… Ο Τάσος πρέπει να τη ζήσει αυτή την ηλικία των παιδιών του.
Τ.Ι.: Θέλω να γυρίζω στο σπίτι, να τα αγκαλιάζω, να τα μυρίζω, να τα ζουπάω, αλλά να ακούω και τους προβληματισμούς τους γιατί μεγαλώνουν. Ο γιος μου πάει γυμνάσιο τώρα και, από εκεί όπου ήταν κουταβάκι, τώρα, όταν ξαπλώνει στον απέναντι καναπέ, βλέπω ένα μακρινάρι να απλώνεται. Την αγαπώ τη δουλειά μου, τρέχω για αυτήν, μου αρέσει να συναναστρέφομαι ανθρώπους, αλλά θέλω στο τέλος της ημέρας να επιστρέφω στο σπίτι μου. Είμαι πολύ τυχερός που έχω δίπλα μου τη Θάλεια. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που με κρατούν στη σχέση μου μαζί της είναι η εξαιρετική αξιοπρέπειά της. Είναι πεντακάθαρος άνθρωπος. Αυτό το θαυμάζω πάνω της.
Αγαπάτε όμως και οι δύο…
Τ.Ι.: Αγαπάμε και αγαπιόμαστε – γιατί και στον Γιάννη και στη Λένα, τους οποίους είχα χάσει το διάστημα που είχαν χωρίσει και ξαναβρήκα τώρα, βλέπω ότι υπάρχει αγάπη. Και το λέω με την οικειότητα των χρόνων που γνωριζόμαστε, μου έβαλε λάδι ο Γιάννης και με έβγαλε στο θέατρο.
Γ.Β.: Και πιο συνειδητοποιημένη αγάπη πια.
Τι έχετε μάθει από τα παιδιά σας;
Γ.Β.: Σίγουρα περισσότερα απ’ όσα έχουν μάθει εκείνα από μένα. Κατ’ αρχάς, η έλευση του Στέφανου ήταν το μεγάλο σχολείο της ζωής μου. Είναι ένας δάσκαλος με κεφαλαίο δέλτα. Επομένως, ό,τι κι αν πω εμπεριέχει τη διαμόρφωσή μου μετά από την ημέρα που έγινα πατέρας του. Η παρουσία του και μόνο, ο τρόπος με τον οποίο μεγάλωσε, ανδρώθηκε, μπήκε στην κοινωνία ως ενεργό κύτταρο, δημιούργησε τη δική του καριέρα, μόχθησε, πολέμησε και έκανε τις αναπηρίες του προτέρημα και παράδειγμα προς μίμηση, αρκεί. Δεν χρειάζεται να πω κάτι εγώ. Όλα αυτά καθόρισαν και τις σχέσεις που είχα από εκεί και πέρα με την κοινωνία, την οικογένεια και τους συγγενείς μου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τα πράγματα στην πολιτική και παντού.
Τ.Ι.: Όταν συνειδητοποίησα ότι έχω γίνει πλέον μπαμπάς, αναίρεσα πολλά. Όχι απλώς επανατοποθετείσαι, όχι απλώς επαναπροσδιορίζεις, τελειώνουν τα πάντα και μαθαίνεις να αγαπάς ουσιαστικά και ανιδιοτελώς. Είναι αυτή η πλήρης και ανυστερόβουλη αγάπη που σε ξεπερνά και σε διαπερνά. Αλλά και με τη στάση τους με έχουν μάθει πολλά τα παιδιά μεγαλώνοντας.
Θα μας πείτε τρεις αξίες στις οποίες πιστεύετε και με τις οποίες πορεύεστε στη ζωή;
Γ.Β.: Δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, αισθητική ευγένεια.
Τ.Ι.: Ο Γιάννης ανέφερε κάποιες από τις αξίες που με εκπροσωπούν, οπότε προσυπογράφω και συνυπογράφω. Κι εγώ προσθέτω: πίστη, ελπίδα, αγάπη, συνανθρωπισμός.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΣΟΝΙΑ ΜΑΓΓΙΝΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΣΙΑΡΑΠΗΣ
FASHION EDITOR: ΠΕΝΝΥ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
GROOMING: ΜΟΡΦΗ ΜΕΝΕΜΕΝΟΓΛΟΥ
ΒΟΗΘΟΣ STYLING: ΕΒΕΛΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ
Ευχαριστούμε το Divani Caravel Hotel (Λεωφόρος Βασιλέως Αλεξάνδρου 2,
ΤΚ 161 21, Αθήνα, τηλ. 210-7207000, divanicaravelhotel.com) για τη φιλοξενία









