Μάρθα Καραγιάννη: Οι άντρες, οι φιλίες, οι πληγές και η αξεπέραστη σταρ που έζησε με τους δικούς της όρους

4 χρόνια χωρίς την γυναίκα που ήταν η χαρά της ζωής και του κινηματογράφου.

Papadakis Press

Με το χαμόγελο, την κίνηση, τη θεατρικότητα και εκείνη την αφοπλιστική άνεση που είχε μπροστά στην κάμερα, η Μάρθα Καραγιάννη έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες γυναικείες παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου. Δεν περιορίστηκε, όμως, στη λαμπερή εικόνα των μιούζικαλ. Το θέατρο, η πρόζα και οι δραματικοί ρόλοι αποκάλυψαν πλευρές μιας ερμηνεύτριας που δεν ήθελε να εγκλωβιστεί σε μια μόνο καλλιτεχνική ταυτότητα.

Η πορεία της ξεκίνησε από νωρίς, με το χορό να αποτελεί το πρώτο της μεγάλο πάθος. Από τα παιδικά της χρόνια στη σκηνή μέχρι τις ταινίες που εξακολουθούν να προβάλλονται, η ζωή της συνδέθηκε με τη διαρκή ανάγκη για δημιουργία, κίνηση και επικοινωνία με το κοινό.

Finos Film

Από το Κερατσίνι στη Φίνος Φιλμ

Γεννημένη στον Πειραιά και μεγαλωμένη στο Κερατσίνι, ήταν μοναχοπαίδι μιας οικογένειας με καταγωγή από τον Πόντο. Οι γονείς της στήριξαν την αγάπη της για την τέχνη και, ήδη από την ηλικία των οκτώ ετών, ξεκίνησε μαθήματα χορού.

Η επαφή με το παιδικό μπαλέτο της Λυρικής Σκηνής, αποτέλεσε ένα από τα πρώτα βήματα μιας διαδρομής που θα την οδηγούσε σε διαφορετικές μορφές θεάματος. Στη σχολή χορού της Λουκίας Σακελλαρίου συνυπήρξε, μεταξύ άλλων, με την Ελένη Προκοπίου και τη Μίρκα Καλαντζοπούλου.

Η είσοδος στον κινηματογράφο ήρθε ούσα ακόμη μαθήτρια. Ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος την ξεχώρισε σε σχολική θεατρική παράσταση και της έδωσε την ευκαιρία να περάσει από δοκιμαστικό στη Φίνος Φιλμ. Το 1956, έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ταινία «Η Άγνωστος», δίπλα στην Κυβέλη και τον Γιώργο Παππά. Ήταν μόλις 16 ετών. Λίγο αργότερα, απέκτησε άδεια ηθοποιού ως «εξαιρετικό ταλέντο», χωρίς να ακολουθήσει τη συμβατική διαδρομή μιας δραματικής σχολής.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης και η χρυσή εποχή του ελληνικού μιούζικαλ

Το 1957, η Μάρθα Καραγιάννη έκανε το θεατρικό της ντεμπούτο στην επιθεώρηση «Ελέφαντες και Ψύλλοι». Εκεί συνάντησε τον Γιάννη Δαλιανίδη, μια γνωριμία που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επαγγελματική της εξέλιξη.

Η συνεργασία με την Φίνος Φιλμ την καθιέρωσε ως μία από τις βασικές πρωταγωνίστριες των ελληνικών μιούζικαλ. Από το «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο» έως τα «Κορίτσια για Φίλημα», τις «Θαλασσιές τις Χάντρες», τις «Γοργόνες και Μάγκες» και τη «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», η παρουσία της συνδέθηκε με τον ρυθμό, το τραγούδι, τον χορό και την κωμωδία.

Ωστόσο, η εικόνα της χορεύτριας και της κωμικής πρωταγωνίστριας δεν εξαντλούσε το εύρος της. Στην ταινία «Πεθαίνω κάθε Ξημέρωμα» του Νίκου Φώσκολου, το 1969, δοκιμάστηκε σε δραματικό ρόλο, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να κινηθεί και έξω από τα όρια του «ανάλαφρου» θεάματος.

Η ίδια είχε μιλήσει για την καλλιτεχνική της διαδρομή με λόγια που φανερώνουν μια στάση μακριά από τη βεβαιότητα της καταξίωσης: «Νομίζω πως δεν έχω κάνει πολλά λάθη. Έχω παίξει σε καλές ταινίες. Ίσως και να ήταν τύχη αυτό, ίσως και να ήθελαν να μου δώσουν την ευκαιρία οι σκηνοθέτες για να γίνω αυτό που έγινα». Στην ίδια λογική, είχε περιγράψει τη σχέση της με τον χορό και το μουσικό θέατρο: «Ο χορός ήταν πάντα μέσα μου, στο αίμα μου! Το μουσικό θέατρο με τράβηξε σαν μαγνήτης».

Κώστας Βουτσάς: Μια φιλία που ξεπέρασε την οθόνη

Αν υπάρχει ένα όνομα που συνδέθηκε όσο κανένα άλλο με τη Μάρθα Καραγιάννη στη συλλογική μνήμη του κοινού, αυτό είναι ο Κώστας Βουτσάς. Οι δυο τους αποτέλεσαν ένα από τα πιο αγαπημένα καλλιτεχνικά δίδυμα του ελληνικού κινηματογράφου. Συνεργάστηκαν σε ταινίες όπως η «Νύχτα Γάμου» και το «Ανθρωπάκι», δημιουργώντας στιγμές που έμειναν στην ιστορία της ελληνικής κωμωδίας. Το κοινό, βλέποντας τη χημεία τους, συχνά τους ήθελε μαζί και στην προσωπική τους ζωή. Οι ίδιοι, ωστόσο, διέψευδαν σταθερά ότι υπήρξαν ζευγάρι.

Η σχέση τους δεν χρειάστηκε ποτέ να επιβεβαιωθεί μέσα από έναν έρωτα. Η Μάρθα και ο Κώστας είχαν δημιουργήσει έναν δεσμό βαθιάς αγάπης και φιλίας, ο οποίος παρέμεινε ζωντανός για δεκαετίες. Η ίδια το είχε περιγράψει χαρακτηριστικά: «Με τον Βουτσά μας δένει μια αγάπη αληθινή, δυνατή, αγνή και αιώνια».

Όταν ο Κώστας Βουτσάς έφυγε από τη ζωή, το 2020, η απώλειά του υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη για εκείνη. Σε μια δήλωση που αποτύπωσε το βάθος της σχέσης τους, είχε πει: «Έφυγε ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου μετά τη Ντόρα. Λυπάμαι Κωστάκη που δεν μπορώ να είμαι εκεί πέρα για να σε αποχαιρετήσω». Η αναφορά στη Ντόρα Δούμα δεν ήταν τυχαία, καθώς υπήρξε ένας από τους πιο κοντινούς ανθρώπους της ζωής της, με τη φιλία τους να διαρκεί μέχρι το τέλος.

Finos Film

Οι έρωτες, ο γάμος και η μητρότητα που δεν ήρθε

Πίσω από την κινηματογραφική λάμψη, η προσωπική ζωή της Μάρθας Καραγιάννη είχε τις δικές της χαρές, αλλά και απώλειες που την σημάδεψαν. Το 1960 παντρεύτηκε τον διεθνή ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Μίμη Στεφανάκο. Ο γάμος τους αποτέλεσε κοσμικό γεγονός της εποχής, όμως η σχέση δεν άντεξε στον χρόνο και το ζευγάρι χώρισε έναν χρόνο αργότερα.

Χρόνια μετά, το 1973, γνώρισε τον τερματοφύλακα του Παναθηναϊκού Βασίλη Κωνσταντίνου. Η σχέση τους διήρκεσε περίπου δώδεκα χρόνια και υπήρξε ένας από τους σημαντικούς προσωπικούς σταθμούς της ζωής της. Σε μια από τις πιο προσωπικές εξομολογήσεις της, η ηθοποιός είχε αναφερθεί στην απώλεια ενός παιδιού κατά τη γέννα, στον γάμο της με τον Μίμη Στεφανάκο. Η εμπειρία αυτή, όπως είχε περιγράψει, υπήρξε βαθιά τραυματική.

Μάρθα Καραγιάννη: «Δηλώνω μαθήτρια μια ζωή»

Κατά τη διάρκεια της καριέρας της, διατηρούσε μια στάση μαθητείας απέναντι στην τέχνη. «Δηλώνω μαθήτρια μια ζωή. Δεν νομίζω ότι θα γίνω ποτέ μου δασκάλα». Η ίδια είχε επίσης αναφερθεί στην κωμωδία ως ένα χάρισμα που δεν μπορεί να κατακτηθεί αποκλειστικά μέσα από τεχνική εκπαίδευση: «Το να βγάζει γέλιο ένας ηθοποιός είναι προσωπική υπόθεση, δεν μαθαίνεται. Ή το έχεις ή όχι».

Στη δική της περίπτωση, αυτό το χάρισμα συνδυάστηκε με τον χορό, τη σκηνική παρουσία και την ικανότητα να επικοινωνεί με το κοινό χωρίς να χάνει τη φυσικότητά της.

Finos Film

Από το μιούζικαλ στην πρόζα: Η δεύτερη μεγάλη διαδρομή της

Η Μάρθα Καραγιάννη δεν έμεινε προσκολλημένη στις επιτυχίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Το θέατρο υπήρξε για εκείνη ένας χώρος διαρκούς αναζήτησης, με σημαντικές συνεργασίες και διαφορετικές καλλιτεχνικές προκλήσεις.

Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 πρωταγωνίστησε σε μιούζικαλ και κωμωδίες, ενώ τη δεκαετία του 1990 στράφηκε περισσότερο στην πρόζα. Ανάμεσα στις παραστάσεις που ξεχωρίζουν είναι το «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε», «Όταν οι Γυναίκες το Γλεντούν» και το «Αρσενικό και Παλιά Δαντέλα».

Το 2002 επέστρεψε στη Λυρική Σκηνή, συμμετέχοντας στην οπερέτα «Το Κορίτσι της Γειτονιάς». Δύο χρόνια αργότερα, το 2004, ανέβηκε για πρώτη φορά σε αττική κωμωδία, στις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, υποδυόμενη την Πραξαγόρα. Η παράσταση έφτασε έως το Ηρώδειο, σε μια ακόμη σημαντική στιγμή της θεατρικής της πορείας.

Στην τηλεόραση εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1977, στη σειρά «Ο Δρόμος». Ακολούθησαν συμμετοχές σε παραγωγές όπως οι «Μικρομεσαίοι», το «Κωνσταντίνου και Ελένης» και οι «Επτά Θανάσιμες Πεθερές».

Οι άνθρωποι που έμειναν δίπλα της

Η ζωή της δεν μπορεί να αποτυπωθεί μόνο μέσα από τις ταινίες και τις παραστάσεις της. Σημαντικό μέρος της ιστορίας της βρίσκεται στις σχέσεις που διατήρησε με ανθρώπους του καλλιτεχνικού χώρου, αλλά και στις φιλίες που άντεξαν στο χρόνο.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους επαγγελματικούς συνοδοιπόρους της. Ο Κώστας Βουτσάς, ένας άνθρωπος με τον οποίο συνδέθηκε με βαθιά φιλία και παρέμεινε κοντά της για πολλά χρόνια. Η Ντόρα Δούμα, από την άλλη, υπήρξε η σταθερή παρουσία στην προσωπική της ζωή, ο άνθρωπος που βρισκόταν δίπλα της στις καθημερινές στιγμές, μακριά από τις κάμερες.

Σημαντική ήταν επίσης η σχέση της με τη Φίνος Φιλμ και τον Φιλοποίμενα Φίνο. Η ίδια είχε μιλήσει με ιδιαίτερη εκτίμηση για τον παραγωγό, τον οποίο θεωρούσε έναν άνθρωπο που στήριζε τους καλλιτέχνες του. «Για μένα ο Φίνος ήταν ο πατριάρχης του κινηματογράφου. Ήταν εκείνος που με προστάτευε από τρικλοποδιές και από ανταγωνισμούς», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή της.

Η αυτοβιογραφία και η γυναίκα πίσω από την εικόνα

Το 2001 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία της με τίτλο «Ο Έρωτας μωρό μου είναι Γλέντι», από τις εκδόσεις Άγκυρα. Ο τίτλος αποτυπώνει μια πλευρά της προσωπικότητάς της, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μέσα από τις εμπειρίες, τις σχέσεις και τη μακρά καλλιτεχνική της διαδρομή.

Η Μάρθα Καραγιάννη είχε την ικανότητα να μιλά για τον εαυτό της με αμεσότητα, χωρίς να χρειάζεται να κατασκευάζει μια εικόνα τελειότητας. Η ζωή της περιλάμβανε μεγάλες επιτυχίες, έρωτες, απογοητεύσεις και απώλειες, αλλά και μια διαρκή διάθεση να παραμένει ενεργή και στο προσκήνιο.

Δεν ήταν μόνο η γυναίκα των μιούζικαλ. Ήταν μια ηθοποιός που επέλεξε να δοκιμαστεί, να συνεχίσει να εργάζεται και να αναζητά νέες μορφές έκφρασης.

18 Σεπτεμβρίου 2022: Το τελευταίο αντίο

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2022, η είδηση του θανάτου της σκόρπισε συγκίνηση. Η ηθοποιός έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα, σε ηλικία 82 ετών.

Η Φίνος Φιλμ την αποχαιρέτησε με ένα αφιερωματικό βίντεο και λόγια που συμπύκνωναν τη θέση της στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου: «Η Μάρθα. Το κορίτσι μας».

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό της, εξακολουθεί να υπάρχει μέσα από τις ταινίες, τις σκηνές, τις ατάκες και τις κινήσεις της. Η παρουσία της δεν περιορίζεται σε μια εποχή που πέρασε. Επιστρέφει κάθε φορά που μια ταινία της προβάλλεται, κάθε φορά που ένα τραγούδι από τα μιούζικαλ της ακούγεται και κάθε φορά που το κοινό αναγνωρίζει εκείνο το γνώριμο, αφοπλιστικό της χαμόγελο.

Η Μάρθα Καραγιάννη δεν υπήρξε απλώς ένα από τα πρόσωπα της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Υπήρξε μια καλλιτέχνις που έζησε με ένταση και εργάστηκε με συνέπεια. Και πάντα, όταν τη βλέπουμε να χαμογελάει μέσα από τις ταινίες της, χαμογελάμε και εμείς μαζί της.

Cookies