Ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 9 Αυγούστου, σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας πίσω του μια διαδρομή που δύσκολα χωρά σε έναν απλό κατάλογο ταινιών και θεατρικών παραστάσεων. Ήταν ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και τραγουδοποιός, αλλά κυρίως ένας καλλιτέχνης που είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, ακόμη κι όταν αυτό σήμαινε ότι θα έμενε μακριά από το ασφαλές και το αναμενόμενο.
Κι αν υπάρχει μια ιστορία που συμπυκνώνει αυτή την ιδιοσυγκρασία, είναι ίσως εκείνη που αφηγήθηκε ο ίδιος χρόνια αργότερα για το «Ρεμπέτικο». Όταν του πρότειναν αρχικά τον ρόλο του Φώντα, εκείνος είχε διαφορετική επιθυμία. Ήθελε να παίξει τον Μπάμπη. Και αντί να αποδεχθεί απλώς τον ρόλο που του πρότειναν, είπε στον σκηνοθέτη Κώστα Φέρρη: «Ή τον Μπάμπη ή φεύγω». Τελικά, η ιστορία τον δικαίωσε. Ο ρόλος του Μπάμπη έγινε ένας από εκείνους που σφράγισαν την καριέρα του.
Ο Μπάμπης που διεκδίκησε και τελικά έγινε δικός του
Ο ίδιος θυμόταν την ιστορία με χιούμορ. Δεν υποστήριζε ότι έκανε κάποια στρατηγική κίνηση· απλώς ήθελε τον συγκεκριμένο ρόλο και το είπε χωρίς περιστροφές. Ο Σπύρος Φωκάς ήταν αρχικά προορισμένος για τον Μπάμπη, όμως οι συνθήκες άλλαξαν. Η παραγωγή αντιμετώπισε προβλήματα, ο Φωκάς αποχώρησε και αναζητήθηκε άλλος ηθοποιός. Ο Νίκος Ξανθόπουλος που είχε προταθεί στη συνέχεια βρισκόταν στην Αμερική και έτσι ο ρόλος επέστρεψε, με έναν παράξενο τρόπο, στον άνθρωπο που τον είχε ζητήσει από την πρώτη στιγμή.
Το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη ήταν για τον ίδιο κάτι περισσότερο από μια ταινία. Χρόνια αργότερα έλεγε ότι το αγαπούσε λίγο περισσότερο από τις άλλες δουλειές του επειδή κουβαλούσε μέσα του μια ολόκληρη ιστορία και έναν πολιτισμό, από τη Σμύρνη μέχρι την Ελλάδα. Ήταν, όπως το περιέγραφε, «το τρένο που κουβαλάει όλον τον πολιτισμό».
Και δεν ήταν τυχαίο ότι μέσα από αυτή την ταινία ήρθε και η στενή του σχέση με το ρεμπέτικο. Ο ίδιος είχε αποκαλύψει ότι μέχρι τότε δεν έπαιζε ουσιαστικά μπουζούκι. Για τις ανάγκες του «Ρεμπέτικου» το έπιασε σοβαρά στα χέρια του. Η μουσική, άλλωστε, ήταν πάντοτε κομμάτι της προσωπικότητάς του. Είχε μεγαλώσει με δημοτικά τραγούδια και αργότερα κυκλοφόρησε και δικό του δίσκο, ενώ έγραψε στίχους και ποιήματα.
Η «Λούφα και Παραλλαγή» και ο Γιάννης που δεν ξεχάστηκε
Αν ο Μπάμπης του «Ρεμπέτικου» αποκάλυψε μια άλλη πλευρά του, ο στρατιώτης Γιάννης Παπαδόπουλος στη «Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη τον έκανε αναγνωρίσιμο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η ταινία του 1984 έγινε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του και ο Καλογερόπουλος τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Και πίσω από τον ρόλο υπήρχε ακόμη μία ιστορία. Ο ηθοποιός είχε εμφανιστεί στα γυρίσματα με νάρθηκα, ύστερα από τραυματισμό. Ο ίδιος διηγούνταν με τον χαρακτηριστικό του τρόπο πώς, ενώ είχαν προγραμματιστεί γυρίσματα σε χιονισμένες περιοχές στα σύνορα με τη Βουλγαρία, ο Νίκος Περάκης πρότεινε να πραγματοποιηθούν νωρίτερα στην Αθήνα, όπου είχε χιονίσει. Έτσι, μέσα σε μία ημέρα, έκαναν τα γυρίσματα που κανονικά θα απαιτούσαν ολόκληρη μετακίνηση.
Ήδη από την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του 1981, είχε δείξει ότι δεν ήταν ένας ηθοποιός που θα περνούσε απαρατήρητος. Για την ερμηνεία του εκεί κέρδισε το Β΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ ακολούθησε το βραβείο εξαιρετικής ερμηνείας για το «Ρεμπέτικο» και στη συνέχεια το Α΄ Βραβείο για τη «Λούφα και Παραλλαγή».
Από το «Κάμπινγκ» μέχρι τους «Ιππείς της Πύλου»
Η παρουσία του, όμως, δεν περιορίστηκε στον κινηματογράφο. Οι τηλεοπτικοί ρόλοι του, από τον «Χριστό ξανασταυρώνεται» και τη «Μεθυσμένη πολιτεία» μέχρι το «Κάμπινγκ», έγιναν μέρος της μνήμης μιας ολόκληρης γενιάς. Η πρώτη του εμφάνιση στην τηλεόραση ήρθε το 1975 στον «Χριστό ξανασταυρώνεται» της ΕΡΤ.
Παράλληλα, δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές, έγραψε θεατρικά έργα και ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία. Το 2011 σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στους «Ιππείς της Πύλου», μια δουλειά που αποτύπωνε ακόμη περισσότερο την προσωπική του ματιά.
Η πορεία του είχε και μεγάλες αποστάσεις από το προσκήνιο. Το 1986 επιχείρησε να κάνει τη δική του ταινία, όμως το σχέδιο δεν προχώρησε και, όπως αναφέρεται σε βιογραφικές πηγές, ακολούθησε μια μακρά κινηματογραφική απουσία. Επέστρεψε το 2000 με τον «Ένας κι ένας», κερδίζοντας ξανά Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου.
Ίσως γι’ αυτό και η απώλειά του σήμερα δεν αφορά μόνο έναν ηθοποιό που έπαιξε σε γνωστές ταινίες. Αφορά έναν άνθρωπο που δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα να γίνει «εύκολος». Είχε τις εμμονές του, τις ιδέες του, τις αντιρρήσεις του και έναν τρόπο ζωής που συχνά βρισκόταν έξω από τα όρια της συμβατικής καλλιτεχνικής διαδρομής.
«Κατά τον δαίμονα εαυτού»
Αυτό ακριβώς είναι που επιστρέφει και στα μηνύματα των ανθρώπων του καλλιτεχνικού χώρου που τον αποχαιρετούν.
Ο Φοίβος Δεληβοριάς έγραψε για έναν καλλιτέχνη που, όπως σημείωσε, «έπινε κάθε φορά κατ’ ευθείαν από την Πηγή των Μουσών», θυμίζοντας τους ρόλους και τις εμφανίσεις του που σημάδεψαν τη δική του μνήμη: τον Μαραγκό, τον Περάκη, το «Όνειρο Αριστερής Νύχτας», το «Κάμπινγκ», τους «Ιππείς της Πύλου». Και έκλεισε τον αποχαιρετισμό του με μια φράση που μοιάζει να περιγράφει ολόκληρη τη διαδρομή του Καλογερόπουλου: έζησε «κατά τον δαίμονα εαυτού».
Η Σεμίνα Διγενή, από την πλευρά της, τον αποχαιρέτησε θυμίζοντας μια παλιά τηλεοπτική εμφάνισή του και εκείνο το ιδιαίτερο ζεϊμπέκικο που τραγούδησε για εκείνον ο Δημητράτος στο «Κοίτα τι έκανες». Τον χαρακτήρισε ένα «σπουδαίο και απείθαρχο πλάσμα», μια φράση που δύσκολα θα μπορούσε να ταιριάξει καλύτερα στην εικόνα που άφησε πίσω του.
Ο Σπύρος Μπιμπίλας στάθηκε στην ξεχωριστή θέση που είχε μέσα στην καλλιτεχνική οικογένεια, αλλά και στην αγάπη του για τη δουλειά, στη φιλοσοφία ζωής του και στη διαρκή προσπάθειά του για ένα πιο δίκαιο κόσμο.
Και ο Πάνος Βλάχος επέλεξε μια φωτογραφία του Καλογερόπουλου για τον δικό του αποχαιρετισμό. Δεν χρειάζονταν πολλές εξηγήσεις. Η εικόνα ενός ανθρώπου με εκείνο το χαρακτηριστικό βλέμμα αρκεί για να θυμίσει γιατί ο Καλογερόπουλος δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας ακόμη ηθοποιός της γενιάς του.

H Ελένη Ράντου έγραψε: «Καλό ταξίδι Νικόλα! Ξεκληρίζεται σιγά σιγά όχι μια γενιά, αλλά ένα είδος ανθρώπων που είχαν τόση ανιδιοτέλεια στους αγώνες τους, τόσο ταλέντο, τόση ψυχή, τόση ετοιμότητα να καούν από τις αγάπες τους. Σ’ αυτούς τους μίζερους, σωστά υπολογισμένους καιρούς μας, δεν χώραγες. Ευγνώμων που σε γνώρισα».
Γιατί τελικά οι ρόλοι είναι αυτοί που μένουν, αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο κάποιος τους έζησε που κάνει έναν καλλιτέχνη αξέχαστο. Και ο Νίκος Καλογερόπουλος έζησε τους δικούς του ρόλους με έναν τρόπο που έμοιαζε πολύ με τον ίδιο: χωρίς να ζητά άδεια.











