Σοκ και θλίψη έχει προκαλέσει η είδηση πώς πέθανε οΓιώργος Μαζωνάκης από ανακοπή, σε ηλικία 54 ετών, όπως έγινε γνωστό το απόγευμα της Τετάρτης 9 Σεπτεμβρίου.
Η κινητοποίηση του ΕΚΑΒ ξεκίνησε από ιδιωτικό παθολογικό ιατρείο στο Κολωνάκι, όπου είχε μεταβεί ο τραγουδιστής. Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, είχε μεταβεί στο ιδιωτικό ιατρείο προκειμένου να υποβληθεί σε προγραμματισμένη θεραπεία πλασμαφαίρεσης. Μόλις του έβαλαν τον φλεβοκαθετήρα, υπέστη ανακοπή. Από το ιατρείο ενημερώθηκε το ΕΚΑΒ ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε υποστεί ανακοπή.
Στο σημείο έφτασε άμεσα διασώστης του ΕΚΑΒ με μοτοσικλέτα και ξεκίνησε καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ). Λίγα λεπτά αργότερα, ο 54χρονος παραλήφθηκε από ασθενοφόρο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Ελπίς», το οποίο εφημέρευε και ήταν το πλησιέστερο διαθέσιμο νοσοκομείο.
Στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών οι προσπάθειες ανάνηψης συνεχίστηκαν, ωστόσο παρά τις προσπάθειες των γιατρών δεν κατέστη δυνατό να επανέλθει. Οι γιατροί διαπίστωσαν τελικά τον θάνατό του.
«Μεταφέρθηκε σχεδόν ημιθανής στο Ελπίς. Εκεί φαίνεται να έγινε ότι έγινε. Αισθάνθηκε αδιαθεσία. Φαίνεται να έπαθε ανακοπή. Πήγαν στο σημείο μηχανή και ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ. Κατέβαλαν οι διασώστες κάθε προσπάθεια να τον επαναφέρουν. Δεν τα κατάφεραν και τον οδήγησαν στο Ελπις, όπου δυστυχώς διαπιστώθηκε ο θάνατός του», αναφέρθηκε στην εκπομπή «Live News» στο MEGA.
Στις 20 Σεπτεμβρίου θα γιόρτασε τα 33 χρόνια της καλλιτεχνικής του διαδρομής με μία μεγάλη συναυλία στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Στο πρόγραμμά του υπήρχαν ακόμη δύο εμφανίσεις στο Θέατρο Άλσος. Η πρώτη ήταν προγραμματισμένη για τις 30 Σεπτεμβρίου με τίτλο «Πρόβα», ενώ θα ακολουθούσε στις 4 Οκτωβρίου η «Πρόβα τζενεράλε».
Ο Γιώργος Μαζωνάκης υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς Έλληνες ερμηνευτές της σύγχρονης λαϊκής και ποπ σκηνής, με πορεία άνω των 30 ετών. Γεννημένος το 1972 στη Νίκαια, ξεκίνησε επαγγελματικά το τραγούδι νεότατος και καθιερώθηκε παντρεύοντας τη χαρακτηριστική λαϊκή φωνή του με μια πρωτοποριακή και εκκεντρική αισθητική. Με αμέτρητες επιτυχίες και sold-out εμφανίσεις, αποτέλεσε ένα μοναδικό πολιτισμικό φαινόμενο της ελληνικής μουσικής σκηνής.

Τα πρώτα του χρόνια
Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1972 στη Νίκαια Αττικής, μια γειτονιά με έντονο λαϊκό χαρακτήρα, ενώ οι οικογενειακές του ρίζες κρατούσαν από την Κρήτη. Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε το πάθος του για τη μουσική, ακούγοντας κλασικά λαϊκά τραγούδια. Ξεκίνησε να τραγουδά επαγγελματικά σε ηλικία μόλις 15 ετών σε νυχτερινά κέντρα της επαρχίας και της Αθήνας. Το ταλέντο του και η ιδιαίτερη χροιά του τράβηξαν γρήγορα την προσοχή των ανθρώπων της δισκογραφίας, οδηγώντας τον στο πρώτο του συμβόλαιο.
Η εκτόξευση του
Το 1993 κυκλοφόρησε τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο «Μεσάνυχτα και κάτι», κάνοντας αισθητή την παρουσία του. Ωστόσο, η απόλυτη εκτόξευση ήρθε τα επόμενα χρόνια, με άλμπουμ που έγιναν χρυσά και πλατινένια.Η δεκαετία του ’90 και του 2000: Μέσα από τη συνεργασία του με κορυφαίους δημιουργούς, όπως ο Φοίβος, ο Γιώργος Σαμπάνης και άλλοι, ο Μαζωνάκης κυκλοφόρησε τεράστιες επιτυχίες. Τραγούδια όπως το «Το Gucci Φόρεμα», το «Μου λείπεις», το «Ζηλεύω» και το «Ανήκω σε μένα» έγιναν ύμνοι της νυχτερινής διασκέδασης. Στη μετέπειτα πορεία του, ερμήνευσε μερικά από τα πιο βαθιά και διαχρονικά σύγχρονα λαϊκά τραγούδια, με κορυφαίο παράδειγμα το κομμάτι «Ώρες Μικρές», καθώς και τις «Θάλασσες» και το «Αγαπώ Σημαίνει».

Μια μοναδική και ανατρεπτική προσωπικότητα
Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν ξεχώρισε μόνο για τη φωνή του, αλλά και για την ανατρεπτική του αισθητική. Ήταν ο καλλιτέχνης που έσπασε τα στερεότυπα του παραδοσιακού «λαϊκού τραγουδιστή» φορώντας εκκεντρικά ρούχα, πειραματιζόμενος με τη μόδα και ενσωματώνοντας pop, rock και ηλεκτρονικά στοιχεία τόσο στις ενορχηστρώσεις του όσο και στο σόου του. Οι εμφανίσεις του στα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αποτελούσαν υπερθεάματα, ενώ η επικοινωνία του με το κοινό χαρακτηριζόταν πάντα από μια αυθεντική, σχεδόν θεατρική αμεσότητα.
Η παρακαταθήκη του
Μέχρι τις τελευταίες του στιγμές, ο Γιώργος Μαζωνάκης παρέμεινε ένας καλλιτέχνης που δεν φοβόταν να τσαλακωθεί, να ανανεωθεί και να μιλήσει ανοιχτά για τις δικές του προσωπικές μάχες, κερδίζοντας τον σεβασμό όχι μόνο των θαυμαστών του αλλά και ολόκληρου του μουσικού στερεώματος. Αφήνει πίσω του μια τεράστια μουσική κληρονομιά που θα συνεχίσει να τραγουδιέται για πολλές γενιές.











