Η υπόθεση που συνδέει τον πρίγκιπα Άντριου με τον αμερικανό χρηματιστή Τζέφρι Έπστιν αποτελεί μία από τις σοβαρότερες κρίσεις που έχει αντιμετωπίσει η βρετανική μοναρχία τις τελευταίες δεκαετίες. Ο δευτερότοκος γιος της βασίλισσας Ελισάβετ και αδελφός του σημερινού βασιλιά Κάρολος βρέθηκε στο επίκεντρο ενός διεθνούς σκανδάλου σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων που συνεχίζει να ρίχνει βαριά σκιά πάνω από το παλάτι.
Από τις πρώτες αποκαλύψεις και τον εξωδικαστικό συμβιβασμό μέχρι τη σύλληψή του, η υπόθεση έχει αλλάξει ριζικά τη δημόσια εικόνα του άλλοτε προβεβλημένου μέλους της βασιλικής οικογένειας.
Από «ήρωας των Φώκλαντ» στην απομόνωση
Για πολλά χρόνια, ο Άντριου παρουσιαζόταν ως ο «τολμηρός» πρίγκιπας. Υπηρέτησε στο Βασιλικό Ναυτικό και συμμετείχε στον Πόλεμο των Φώκλαντ το 1982, γεγονός που του χάρισε δημοτικότητα και θετική κάλυψη από τον Τύπο. Ωστόσο, η μετέπειτα ζωή του χαρακτηρίστηκε από κοσμικές συναναστροφές, επιχειρηματικές αποστολές με αμφιλεγόμενους συνομιλητές και σταδιακή απώλεια κύρους.
Η φιλία του με τον Τζέφρι Έπστιν αποδείχθηκε καταλυτική. Ο Έπστιν, ο οποίος είχε ήδη καταδικαστεί το 2008 για σεξουαλικά αδικήματα που αφορούσαν ανήλικες, συνέχισε για χρόνια να διατηρεί σχέσεις με πρόσωπα ισχύος σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη. Ανάμεσά τους, και ο πρίγκιπας Άντριου.
Η σχέση με τον Τζέφρι Έπστιν
Φωτογραφίες και καταγεγραμμένες επισκέψεις έδειχναν ότι ο Άντριου είχε επισκεφθεί την κατοικία του Έπστιν στη Νέα Υόρκη ακόμη και μετά την καταδίκη του χρηματιστή. Μια ιδιαίτερα γνωστή φωτογραφία, στην οποία ο πρίγκιπας εμφανίζεται δίπλα στη νεαρή τότε Βιρτζίνια Τζιούφρε, έγινε κεντρικό στοιχείο της δημόσιας συζήτησης.
Η Τζιούφρε ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε να έχει σεξουαλικές επαφές με τον Άντριου όταν ήταν 17 ετών, κατόπιν διακίνησης από τον Έπστιν και τη συνεργάτιδά του Γκισλέιν Μάξγουελ. Ο πρίγκιπας αρνήθηκε κατηγορηματικά τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν θυμάται να έχει συναντήσει ποτέ την Τζιούφρε.
Το 2019, ο Έπστιν συνελήφθη εκ νέου με ομοσπονδιακές κατηγορίες για σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων και βρέθηκε νεκρός στο κελί του στη Νέα Υόρκη, σε έναν θάνατο που επισήμως χαρακτηρίστηκε αυτοκτονία. Η υπόθεση, ωστόσο, δεν έληξε εκεί. Αντιθέτως, η προσοχή στράφηκε ακόμη πιο έντονα στους ισχυρούς φίλους και συνεργάτες του.
Η καταστροφική συνέντευξη στο BBC
Η κρίσιμη καμπή για τον Άντριου ήρθε τον Νοέμβριο του 2019, με τη συνέντευξή του στην εκπομπή Newsnight του BBC. Στη διάρκεια της συνέντευξης, ο πρίγκιπας επιχείρησε να διαψεύσει τους ισχυρισμούς της Τζιούφρε, αλλά πολλές από τις απαντήσεις του προκάλεσαν σκεπτικισμό και ειρωνικά σχόλια.
Μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να είχε ιδρώσει σε ένα από τα υποτιθέμενα περιστατικά, επικαλούμενος ιατρική κατάσταση που σχετιζόταν με το άγχος του Πολέμου των Φώκλαντ. Η υπερασπιστική του γραμμή θεωρήθηκε από πολλούς ατυχής και αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα, ενώ επικρίθηκε για έλλειψη ενσυναίσθησης προς τα θύματα.
Λίγες ημέρες μετά τη μετάδοση της συνέντευξης, ο Άντριου ανακοίνωσε ότι «αποσύρεται από τα δημόσια καθήκοντά του» επ’ αόριστον. Η πίεση από την κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ και χορηγούς οργανισμών με τους οποίους συνεργαζόταν ήταν ασφυκτική.
Η αγωγή στις ΗΠΑ και ο εξωδικαστικός συμβιβασμός
Το 2021, η Βιρτζίνια Τζιούφρε κατέθεσε αστική αγωγή εναντίον του Άντριου σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Η νομική μάχη που ακολούθησε απείλησε να φέρει ένα εν ενεργεία μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας αντιμέτωπο με δημόσια δίκη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τον Φεβρουάριο του 2022 ανακοινώθηκε εξωδικαστικός συμβιβασμός. Αν και το ακριβές ποσό δεν δημοσιοποιήθηκε επίσημα, βρετανικά και αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι επρόκειτο για συμφωνία εκατομμυρίων. Ο Άντριου δεν παραδέχθηκε ενοχή, ωστόσο εξέφρασε «λύπη» για τη σχέση του με τον Έπστιν και αναγνώρισε τον αγώνα των θυμάτων.
Λίγο πριν από την επίτευξη του συμβιβασμού, το Παλάτι του Μπάκιγχαμ ανακοίνωσε ότι ο πρίγκιπας επιστρέφει τους στρατιωτικούς και βασιλικούς τιμητικούς τίτλους του στη μητέρα του, την Ελισάβετ , και ότι δεν θα χρησιμοποιεί πλέον τον τίτλο «Αυτού Βασιλική Υψηλότητα» σε επίσημο πλαίσιο. Ήταν μια κίνηση με βαρύ συμβολισμό, που αποτύπωνε τη σοβαρότητα της κρίσης. Ο Άντριου πλέον ήταν ο Άντριου Μαουντμπάτεν-Γουίντσορ.
Οι επιπτώσεις για τη μοναρχία
Η υπόθεση Άντριου-Έπστιν έπληξε το κύρος της βρετανικής μοναρχίας σε μια περίοδο ήδη ευαίσθητη, με συζητήσεις για τη διαφάνεια, τη χρηματοδότηση και τον ρόλο του θεσμού στον 21ο αιώνα. Για τον βασιλιά Κάρολο η διαχείριση του ζητήματος αποτέλεσε δοκιμασία ισορροπίας: από τη μία, οικογενειακή υπόθεση· από την άλλη, θεσμική κρίση.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η αποφασιστική απομάκρυνση του Άντριου από τα δημόσια καθήκοντα στόχευε στη διαφύλαξη της εικόνας του Στέμματος. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη δημοσιότητα γύρω από την υπόθεση υπενθυμίζει ότι οι συνέπειες δεν είναι εύκολο να εξαλειφθούν.
Η σύλληψη
Στις 19 Φεβρουαρίου 2026, ανήμερα των 66ων γενεθλίων του, στο σπίτι του στο Σάντρινγκχαμ στη Βρετανία. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί μια πρωτοφανή νομική δράση, καθώς ήταν η πρώτη φορά σε σχεδόν 400 χρόνια που μέλος της βασιλικής οικογένειας κρατήθηκε από την αστυνομία.
Ο Άντριου συνελήφθη ως ύποπτος για «misconduct in public office» (κακοδιοίκηση σε δημόσια θέση) — δηλαδή για υποψία κακής διαχείρισης εξουσίας κατά την περίοδο που υπηρετούσε ως ειδικός απεσταλμένος εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου (2001-2011). Η έρευνα επικεντρώνεται στο αν μετέφερε εμπιστευτικά κυβερνητικά έγγραφα και εμπιστευτική πληροφορία στον Έπστιν, όπως προκύπτει από έγγραφα και email που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα.
Μετά από περίπου 11-12 ώρες κράτησης και πολλές ώρες κατάθεσης, αφέθηκε ελεύθερος «υπό διερεύνηση» από τις αρχές, χωρίς ακόμη να του έχουν απαγγελθεί επίσημα κατηγορίες ή να του οριστεί δίκη. Η αστυνομία συνεχίζει τις έρευνές της και αναζητεί περισσότερα στοιχεία, ενώ έχουν γίνει έρευνες σε διάφορες κατοικίες του, συμπεριλαμβανομένης της πρώην κατοικίας του στο Royal Lodge.
Ο ίδιος αρνείται κάθε ποινικό αδίκημα και δεν έχει υπάρξει επίσημη ανακοίνωση ότι θα οδηγηθεί σε δίκη, αλλά η υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Δεν φαίνεται να έχει εκδοθεί ένταλμα ή να αντιμετωπίζει κάποια άμεση ποινική αποφυλάκιση — απλώς αφέθηκε ελεύθερος με τις κατηγορίες υπό διερεύνηση από τις βρετανικές αρχές.
Η σύλληψη έχει προκαλέσει διεθνή αίσθηση λόγω της σοβαρότητας των κατηγοριών, της διασύνδεσης με το σκάνδαλο Έπστιν και του συμβολισμού ότι ακόμη και υψηλά ιστάμενα μέλη της μοναρχίας μπορούν να υποβληθούν σε νομική διαδικασία.










