Η διαδρομή του Αλφρέντο Τζέιμς Πατσίνο, όπως είναι το πλήρες όνομά του, ξεκίνησε στις 25 Απριλίου 1940. Για τους φίλους του στο Μπρονξ ήταν απλώς ο «Sonny», ένα αδύνατο παιδί με βαθύ βλέμμα που έβρισκε καταφύγιο στους κινηματογράφους για να ξεφύγει από την σκληρή πραγματικότητα μιας διαλυμένης οικογένειας.
Στην αυτοβιογραφία του, με τίτλο Sonny Boy, όπως τον φώναζε η μητέρα του, που κυκλοφορεί και στα ελληνικά σε μια υπέροχη έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Key Books, περιγράφει με συγκλονιστική ειλικρίνεια τη σχέση με τη μητέρα του, Ρόουζ, η οποία υπήρξε η πρώτη που διέκρινε τη σπίθα του, αλλά και τον παππού του, Τζέιμς Τζεράρντι, που καταγόταν —ειρωνεία της τύχης— από το χωριό Κορλεόνε της Σικελίας.
Τα πρώτα του χρόνια δεν προμήνυαν τη δόξα. Ήταν μια εποχή γεμάτη φτώχεια, απώλειες και περιπλάνηση. H μητέρα του στοργική, αλλά ψυχικά ασθενής. Ο πατέρας εξαφανισμένος. Οι περιγραφές του από εκείνα τα χρόνια, με άγριες παρέες, στο Νότιο Μπρονξ μοιάζουν με την παιδική ηλικία χαρακτήρων που υποδύθηκε ο ίδιος σε ταινίες του. Κάπως έτσι θα μεγάλωσε και ο Λιον στο Σκιάχτρο, ο Σόνι στην Σκυλίσα Μέρα.
Ο Πατσίνο υπήρξε ένας «επαναστάτης χωρίς αιτία» που εγκατέλειψε το σχολείο, κοιμήθηκε σε παγκάκια και δούλεψε ως αχθοφόρος, ταχυδρόμος και καθαριστής, μόνο και μόνο για να πληρώνει τα μαθήματα υποκριτικής του. Η απόρριψη από το θρυλικό Actors Studio στην πρώτη του απόπειρα θα μπορούσε να τον είχε λυγίσει.
Η δεκαετία του ’70: Η έκρηξη που άλλαξε το σινεμά
Όταν ο Φράνσις Φορντ Κόπολα επέλεξε τον άσημο τότε Πατσίνο για τον ρόλο του Μάικλ Κορλεόνε στον «Νονό», η παραγωγή αντέδρασε σφοδρά. Τον θεωρούσαν κοντό, «λίγο», αδιάφορο, πολύ ποιοτικό, γιατί τότε το όνομα του ηταν συνώνυμο με το Broadway (και το off Broadway). Κι εκείνος όμως ήταν “ανόρεχτος”. Ο Κόπολα τότε ήταν απλά ένα ελπιδοφόρο όνομα. Μάλιστα θεωρούταν περισσότερο ταλαντούχος ως σεναριογράφος (Όσκαρ για το Πάττον) Σε κάθε περίπτωση εμπορικά δεν είχε αξόα και ως μέλος των «movie brats» (Μπράιαν Ντε Πάλμα, Μάρτιν Σκορσέζε και Στίβεν Σπίλμπεργκ), αναζητούσε καλλιτεχνική ελευθερία, ενώ η εταιρεία του, American Zoetrope, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Από την άλλη, το ομώνυμο βιβλίο του Μάριο Πούζο, ενώ έκανε επιτυχία δεν θεωρούταν λογοτεχνική επιτυχία.
Ο Μάικλ Κορλεόνε του Αλ Πατσίνο
Πήρε τελικά τον ρόλο, αλλά ακόμα και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων το studio είχε αμφιβολίες. Με τους παραγωγούς να πείθονται για την αξία του όταν βρέθηκαν στην περιβόητη διπλή εκτέλεση του Βέρτζιλ Σολότσο (γνωστού ως «Ο Τούρκος») και του διεφθαρμένου αστυνομικού επιθεωρητή Μαρκ ΜακΚλάσκι, στο Louis’ Italian-American Restaurant στο Μπρονξ. Ακόμα και μετά το τέλος της σκηνής ο Πατσίνο παρέμενε στο ρόλο με αποτέλεσμα για ώρα να μην μπορει να μιλήσει σε κανέναν.
Επιτυχία χωρίς Όσκαρ
Η επιτυχία του «Νονού» ήταν μόνο η αρχή. Ακολούθησαν ρόλοι που επαναπροσδιόρισαν τον όρο «ερμηνεία». Στο «Σέρπικο» και στο «Σκυλίσια Μέρα», ο Πατσίνο δεν έπαιζε απλώς· γινόταν ο παλμός της Νέας Υόρκης. Η μέθοδος υποκριτικής του την οποία διδάχθηκε από τον μέντορά του Λι Στράσμπεργκ, έγινε το σήμα κατατεθέν του. Κάθε ρόλος ήταν μια βουτιά στα άκρα, μια διαδικασία που συχνά τον άφηνε συναισθηματικά εξουθενωμένο, αλλά καλλιτεχνικά αξεπέραστο
Στην αυτοβιογραφία του ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραδοχή του για τους ρόλους που απέρριψε —ανάμεσά τους και το Star Wars— αλλά και για την οικονομική καταστροφή που υπέστη στο παρελθόν από έναν έμπιστο συνεργάτη του, γεγονός που τον ανάγκασε να επιστρέψει στη δουλειά με ακόμη μεγαλύτερη ορμή. Στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης ανακαλύπτει έναν άνθρωπο που, παρά τα εκατομμύρια και τα βραβεία, παραμένει στην ψυχή εκείνο το αγόρι από το Μπρονξ που διψά για αλήθεια.
Η αναζήτηση του «Αγίου Δισκοπότηρου»: Το Όσκαρ και μετά
Χρειάστηκαν οκτώ υποψηφιότητες για να κρατήσει επιτέλους το χρυσό αγαλματίδιο στα χέρια του το 1993 για το «Άρωμα Γυναίκας». Η ερμηνεία του ως τυφλός συνταγματάρχης Φρανκ Σλέιντ έμεινε στην ιστορία, όχι μόνο για το εμβληματικό «Hoo-ah!», αλλά για τον τρόπο που κατάφερε να μεταδώσει το πάθος για ζωή μέσα από το απόλυτο σκοτάδι.
Σήμερα, στα 86 του χρόνια, ο Αλ Πατσίνο παραμένει ενεργός, προκλητικός και απρόβλεπτος. Από τον «Ιρλανδό» του Μάρτιν Σκορσέζε μέχρι τις θεατρικές του αναζητήσεις στον Σαίξπηρ, συνεχίζει να αποδεικνύει ότι η τέχνη δεν έχει ημερομηνία λήξης. Η πρόσφατη πατρότητα σε προχωρημένη ηλικία και η αστείρευτη ενέργειά του στις συνεντεύξεις δείχνουν έναν άνθρωπο που αρνείται να «σβήσει».
Οι γυναίκες της ζωής του
Η προσωπική ζωή του Αλ Πατσίνο υπήρξε μια αντανάκλαση της εκρηκτικής και αντισυμβατικής του φύσης, καθώς ο ηθοποιός δεν ανέβηκε ποτέ τα σκαλιά της εκκλησίας, παρά τις έντονες και μακροχρόνιες σχέσεις του. Ο μεγάλος και ίσως πιο καθοριστικός έρωτας της ζωής του ήταν η Ντάιαν Κίτον, η οποία μέσα από την κοινή τους πορεία στα πλατό του «Νονού» τον χαρακτήρισε ως τον πιο διασκεδαστικό αλλά και βασανισμένο άνθρωπο που γνώρισε ποτέ. Η σχέση τους, γεμάτη πάθος και πνευματική σύνδεση, έληξε όταν εκείνη του έθεσε το τελεσίγραφο του γάμου, μια δέσμευση που ο Πατσίνο δεν ήταν έτοιμος να αναλάβει.
Στην αυτοβιογραφία του, μιλά με τρυφερότητα για την Μπέβερλι Ντ’ Άντζελο, τη γυναίκα που του χάρισε τα δίδυμα παιδιά του και με την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα μια βαθιά οικογενειακή σχέση, παρά τον χωρισμό τους. Από τη ζωή του πέρασαν επίσης η Τζαν Τάραντ, μητέρα της πρώτης του κόρης, η Λουσίλα Σολά, αλλά και η πρόσφατη σύντροφός του, Νουρ Αλφαλά, η οποία στα 29 της χρόνια τον έκανε πατέρα για τέταρτη φορά στα 83 του.
Για τον Πατσίνο, οι γυναίκες ήταν πάντα το λιμάνι και ταυτόχρονα η πρόκληση, οι άνθρωποι που προσπάθησαν να αποκωδικοποιήσουν το αίνιγμα πίσω από τον σταρ, με τον ίδιο να παραδέχεται πως η μοναχικότητα του καλλιτέχνη ήταν συχνά ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής των σχέσεών του.











