Ο Γιώργος Θεοφάνους μίλησε στο Hello! για την τεράστια επαγγελματική διαδρομή που έχει διανύσει, για την Eurovision, αλλά και για όλες τις εκείνες τις στιγμές που άλλαξε μέσα από τις συνεργασίες του.

Συνθέτης, στιχουργός, μουσικός και συγγραφέας… Ποια ιδιότητα δεν θα αποχωριζόσασταν με τίποτα;
Είμαι ένας μουσικός –άρα, συνθέτης– που γράφω τραγούδια επειδή λατρεύω την ελληνική γλώσσα και λόγο –άρα, στιχουργός– και, μέσα από αυτά, φτιάχνω ιστορίες με διάφορους ήρωες – άρα, συγγραφέας. (γέλια)
Η έμπνευση έρχεται από τις δύσκολες ή τις εύκολες περιόδους της ζωής σας;
Η έμπνευση έρχεται! Αν σε βρει σε καλή στιγμή, θα παραγάγεις κάτι ανάλογο και το αντίστοιχο αν σε συναντήσει σε άσχημη περίοδο. Όπως συμβαίνει και στις υπόλοιπες τέχνες.
Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από ένα τραγούδι σας που ακόμη θυμάστε και που σας έχει σημαδέψει;
Κάθε τραγούδι έχει σχεδόν πάντα μια ιστορία πίσω του. Συνήθως εμείς οι δημιουργοί τις κρατάμε για μας γιατί είναι σαν να ξεγυμνώνουμε το τραγούδι – καθώς δεν είναι πάντα ωραίες ιστορίες. Παρ’ όλα αυτά, από τις πιο όμορφες στιγμές της ζωής και της καριέρας μου ήταν όταν ένα πρωινό χτύπησε το τηλέφωνό μου –φαινόταν ένα νούμερο που ήξερα–, το σήκωσα και άκουσα μια γυναικεία φωνή να μου λέει: « Καλημέρα, Γιώργο, είμαι η Χαρούλα». Παύση εγώ… Η Αλεξίου συνέχισε και τότε μου κόπηκαν τα πόδια. Μου ζήτησε να τη συναντήσω και να της γράψω τραγούδια. Μερικές ημέρες μετά, καθόμασταν πλάι πλάι στο σκαμπό του πιάνου στο σπίτι της και της σιγοτραγουδούσα –τρομερό θράσος να τραγουδάς μπροστά στην Αλεξίου, ειδικά με τη φωνή που διαθέτω– το «Έλα κύμα πάρε με». Και κάπως έτσι η Χαρούλα έγινε θάλασσα και με πήρε μαζί της με το κύμα της. Μοναδική στιγμή για μένα.
Δεν μετανιώνω για τίποτα και για κανένα τραγούδι, ανεξάρτητα από το αν έγινε ή δεν έγινε επιτυχία. Συμμερίζομαι τη φράση από ένα ποίημα του Κώστα Μόντη, του σπουδαίου Κύπριου ποιητή: «Μη μου τ’ αποσυνθέτετε αυτά, μη, όλα τ’ αγάπησα γραμμή».
Έχετε κάποιο τραγούδι που γεννήθηκε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα και έγινε μεγάλη επιτυχία;
Σε ορισμένα τραγούδια, μου προκύπτουν αυτόματα και ο στίχος και η μουσική. Μου συνέβη επανειλημμένα με τον Πασχάλη Τερζή, τον Αντώνη Ρέμο, τη Νατάσα Θεοδωρίδου, την Ευρυδίκη και με πολλούς άλλους για τους οποίους έγραφα και στίχο και μουσική. Όμως, όταν παίρνω στίχους από άλλους, η μουσική μπορεί να έρθει με την πρώτη ανάγνωση ή μετά από κούραση και καθυστέρηση ημερών, ίσως και μηνών. Ένα από τα τραγούδια που, μόλις έβαλα το στίχο στο πιάνο, μου βγήκε και με έκανε να νιώσω ασφαλής, ότι «εδώ είμαστε!», ήταν ο «Παλιόκαιρος», το οποίο έγραψε η Εύη Δρούτσα και ερμήνευσε μοναδικά ο Πασχάλης Τερζής. Το συγκεκριμένο ταλαιπωρήθηκε μέχρι να βρει τον ερμηνευτή του καθώς πέρασε από απόρριψη του Νότη Σφακιανάκη, της Καίτης Γαρμπή και άλλων – χωρίς να το λέω με παράπονο. Ίσα ίσα, επιβεβαιώνεται η θεωρία μου ότι κάθε τραγούδι έχει το αστεράκι του. Θα πάει εκεί όπου πρέπει για να φωτίσει.

Απ’ όλα αυτά τα χρόνια, ποια συνεργασία σας και με ποιoν καλλιτέχνη θεωρείτε την πιο σημαντική;
Είχα την τύχη να δουλέψω με πολλούς καλλιτέχνες – μετρώ σχεδόν ενενήντα συνεργασίες. Από την παλιότερη γενιά, με τους Νάνα Μούσχουρη, Μαρινέλλα, Γιάννη Πάριο, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Μανώλη Μητσιά, Πασχάλη Τερζή, Πίτσα Παπαδοπούλου, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία και πολλούς άλλους. Από τη δική μου, με τους Αντώνη Ρέμο, Νατάσα Θεοδωρίδου, Κώστα Μακεδόνα, Πέγκυ Ζήνα, Χρήστο Δάντη, Σάκη Ρουβά, Ευρυδίκη και Μαντώ και, από την επόμενη, με τους Κωνσταντίνο Αργυρώ, Πάολα και πολλούς ακόμα. Δόξα τω Θεώ, κάθε συνεργασία είναι μοναδική! Δεν μετανιώνω για τίποτα και για κανένα τραγούδι, ανεξάρτητα από το αν έγινε ή δεν έγινε επιτυχία. Συμμερίζομαι τη φράση από ένα ποίημα του Κώστα Μόντη, του σπουδαίου Κύπριου ποιητή: «Μη μου τ’ αποσυνθέτετε αυτά, μη, όλα τ’ αγάπησα γραμμή».
Συνεργάζεστε με καλλιτέχνες που συμπαθείτε ή μπορεί να δώσετε τραγούδια και σε κάποιους που δεν εκτιμάτε ιδιαίτερα;
Είμαι επαγγελματίας στην Ελλάδα από το 1989. Δεν στηρίζω τις καλλιτεχνικές μου επιλογές ούτε σε φιλίες ούτε πουθενά αλλού εκτός από το ταλέντο του συνεργάτη και από το αν μπορεί να οδηγήσει το τραγούδι μου σε μια κούρσα. Γιατί για κούρσα μιλάμε. Αν γράψω κάτι που θεωρώ υπερσύγχρονο, γρήγορο αυτοκίνητο και το έχω παρακάνει στο γκαράζ, θα πάει χαμένο. Θα σκουριάσει και θα γεμίσει αράχνες, δεν θα το δει ποτέ κανείς. Αν το δώσω σε κάποιον που δεν είναι πολύ καλός στην οδήγηση και το πάει με μικρή ταχύτητα, και πάλι δεν θα κατακτήσει το maximum που θα πετύχει ένας καλός οδηγός. Το αστέρι του οδηγού που λέγαμε πριν θα συναντηθεί με εκείνο του τραγουδιού. Θα μου πείτε «μα, την ώρα που γράφετε κάτι τα σκέφτεστε όλα αυτά;». Όχι βέβαια! Βοηθούν πολύ και η εμπειρία και η τύχη.

Υπάρχει κάποια συνεργασία που σας άλλαξε καλλιτεχνικά;
Κάθε συνεργασία με αλλάζει καλλιτεχνικά, είτε πρόκειται για λαϊκό με τον Βασίλη Καρρά, την Άντζελα Δημητρίου ή την Καίτη Γαρμπή είτε για πιο έντεχνο με τον Γιώργο Νταλάρα, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Μανώλη Μητσιά, τη Μαρινέλλα, τους One ή τον Σάκη Ρουβά. Καθεμία έχει να προσφέρει και σε μένα κάτι. Δεν προσφέρω μόνο εγώ στους καλλιτέχνες, μην είμαστε άδικοι.
Η τηλεοπτική σας εμπειρία ως κριτή σε talent show τι αίσθηση σας έχει αφήσει;
Με έχει αλλάξει πολύ η τηλεόραση. Με έχει επηρεάσει και αρνητικά, καθώς, πολλές φορές που βλέπω σε αναπαραγωγή τον εαυτό μου, ντρέπομαι για τον τρόπο και τη γλώσσα που χρησιμοποίησα στα παιδιά που ήρθαν να διαγωνιστούν. Η τηλεόραση σε παρασύρει, σε ωθεί να φτάσεις στα άκρα, να πεις κάτι πιο έξυπνο, κάτι πιο υπερβολικό. Πέφτεις σε αυτή την παγίδα. Στην αρχή, τουλάχιστον, αυτό έπαθα. Στην πορεία, μου έκανε και καλό. Με έβγαλε από το καβούκι μου, θέλησα να βγω στο πιάνο, να παίζω live, κάτι το οποίο δεν συνήθιζα. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, τις μισές ημέρες του χρόνου –ίσως και παραπάνω–, κάνω εμφανίσεις και παίζω πιάνο με μια ομάδα μουσικών και τραγουδιστών στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό. Η τηλεόραση με βοήθησε σε αυτό γιατί ο κόσμος με γνώρισε πιο καλά, όχι μόνο τα τραγούδια μου, αλλά και μένα, το πρόσωπό μου. Όχι την προσωπικότητά μου όμως. Το ξεκαθαρίζω αυτό.
Πιστεύετε πως αυτού του τύπου τα σόου λειτουργούν βοηθητικά στην πορεία ενός τραγουδιστή;
Όλες οι εμπειρίες είναι καλές. Τα νέα παιδιά πρέπει να περάσουν απ’ όλα. Να μη βλέπουν την ευκολία των social media – «ανεβάζω ένα τραγούδι και τέλος, έγινα γνωστός». Ούτε όμως και να θεωρούν ότι συμμετείχαν σε ένα talent show, κέρδισαν και όλα καλά. Εννοείται ότι κάτι σημαίνει η διάκριση σε ένα τέτοιο σόου, αλλά το μεγαλύτερο ταλέντο είναι να ξέρεις να διαχειριστείς το ταλέντο σου. Πόσοι με μέτριο χάρισμα έχουν καεί και πόσοι άριστοι απέχουν, σχεδόν δεν υπάρχουν;
Πώς βλέπετε την ελληνική δισκογραφία σήμερα;
Στη ζωή όλα κάνουν κύκλους, και η μουσική το ίδιο. Ας κοιτάζουμε μπροστά. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που μνημονεύουν το παρελθόν. Τιμώ τους τραγουδιστές με τους οποίους συνεργάστηκα, αλλά, δεν σας κρύβω, ανυπομονώ για την καινούρια φωνή που θα εμφανιστεί.
Με έχει αλλάξει πολύ η τηλεόραση. Με έχει επηρεάσει και αρνητικά, καθώς, πολλές φορές που βλέπω σε αναπαραγωγή τον εαυτό μου, ντρέπομαι για τον τρόπο και τη γλώσσα που χρησιμοποίησα στα παιδιά που ήρθαν να διαγωνιστούν. Η τηλεόραση σε παρασύρει, σε ωθεί να φτάσεις στα άκρα, να πεις κάτι πιο έξυπνο, κάτι πιο υπερβολικό.
Έχετε αδικήσει ποτέ καλλιτέχνη;
Μπορεί, χωρίς να το ξέρω. Δεν είναι στη φύση μου ούτε να είμαι εκδικητικός ούτε να θυμάμαι τι πραγματικά έγινε σε μια διαφωνία. Τραβώ μια κόκκινη γραμμή και πηγαίνω παρακάτω.
Τα βιώματά σας επηρεάζουν την καλλιτεχνική σας πορεία;
Αλίμονο αν τα βιώματα δεν επηρεάζουν τον οποιονδήποτε καλλιτέχνη! Αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες.
Υπάρχει κάποιο τραγούδι που έχετε αγαπήσει περισσότερο;
Υπάρχουν πολλά τραγούδια που ξεχωρίζω. Στις συναυλίες μου, δυσκολεύομαι να διαλέξω, γι’ αυτό και αλλάζω συνεχώς πρόγραμμα, σαν DJ, ζωντανά, εκείνη την ώρα, ανάλογα με το κοινό, τις ηλικίες αλλά και με τη δική μου διάθεση. Κάποια τραγούδια όμως δεν μπορούν να λείπουν από ένα πρόγραμμά μου, όπως τα «Σ’ αγαπώ», «Έλα να με τελειώσεις», «Φεγγάρι», «Μια κόκκινη γραμμή», «Παλιόκαιρος», «Ο δικός μου ο δρόμος», «Δε μιλάμε», «Στα υπόγεια είναι η θέα», «Έκρυψα το πρόσωπό μου» και άλλα πολλά.
Δεν μπαίνω στα προγνωστικά, δεν με αφορούν καθόλου. Η ελληνική συμμετοχή πρέπει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της, να εμφανιστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό θα μετρήσει.
Έχουν αλλάξει οι προτιμήσεις του κόσμου;
Αν δεν αλλάζουν οι προτιμήσεις του και είναι κολλημένος, χαθήκαμε σε όλα τα επίπεδα.
Πώς θα θέλατε να σας θυμάται το κοινό στο μέλλον;
Ειλικρινά και χωρίς να θέλω να ακουστώ κυνικός, δεν με αφορά η υστεροφημία. Με ενδιαφέρουν η οικογένεια και τα παιδιά μου. Ελπίζω να με θυμούνται έχοντας καλές αναμνήσεις από μένα.
Οι εμφανίσεις σας είναι sold-out, το ίδιο και οι συναυλίες σας. Τι πιστεύετε πως αγαπά ο κόσμος στο πρόγραμμα που παρουσιάζετε;
Με μεγάλη χαρά και σεβασμό στους προηγούμενους δασκάλους μου –Πλέσσα, Χατζιδάκι, Σαββόπουλο, Χατζηνάσιο κ.ά.–, παίζω πάντα, εκτός από το δικό μου ρεπερτόριο, και πολλά αγαπημένα μου, από Ξαρχάκο, Καλδάρα και Κουγιουμτζή μέχρι Βαρδή, που είναι πιο κοντά μου και τον έζησα και ως μαέστρος του μια περίοδο.

Η Eurovision έχει φέτος πολλές και σημαντικές συμμετοχές. Είχατε ενεργό ρόλο ως πρόεδρος της επιτροπής που επέλεξε τα τραγούδια που διαγωνίστηκαν στους δύο ημιτελικούς. Ξεχωρίσατε από την αρχή κάποιο;
Ακούσαμε πολλά τραγούδια, δεκάδες – μην πω εκατοντάδες. Ανάμεσα στα 28 που επιλέξαμε, υπήρχαν διαφορετικά και σε στίχο και σε μουσική και σε παραγωγή και σε ύφος. Όλα όμως χαρακτηρίζονταν από πολύ ταλέντο. Είναι μεγάλη η χαρά μου που συμμετείχα σε όλο αυτό.
Υπάρχει μυστικό για αυτόν το διαγωνισμό;
Το 1992 ήμουν 24 ετών και ο μικρότερος μαέστρος που πήγε στο διαγωνισμό της Eurovision. Κράτησα αυτό το ρεκόρ γιατί σταμάτησε μετά η ζωντανή ορχήστρα, όχι γιατί ήμουν ο καλύτερος! (γέλια) Εμφανίστηκα τρεις φορές ως συνθέτης και δύο ως διευθυντής ορχήστρας. Νομίζω πως πέρασα και έζησα όλα τα στάδια. Με ορχήστρα, χωρίς ψήφους από επιτροπές, μόνο από κοινό, μόνο μείγμα και των δύο… Όταν ο διαγωνισμός έγινε πιο vision απ’ ό,τι ακουστικός. Όλα παίζουν ρόλο σήμερα – συν τα social media και η προσέγγιση του νεαρότερου κόσμου. Ακόμα και τα ίδια τα τραγούδια που κερδίζουν δείχνουν και δίνουν κατεύθυνση. Δείτε, για παράδειγμα, τη Σουηδία που κέρδισε πριν από μερικά χρόνια με τη Loreen σε μια πιο θεατρική εμφάνιση. Σημαντική είναι επίσης η «επένδυση» που θα κάνει η κάθε χώρα – το σκηνικό, το κόστος, η χορογραφία… Σίγουρα δεν αρκούν μόνο η μελωδία και ένας στίχος που είναι εύκολος για να τον θυμάσαι.
Θεωρείτε πως η ελληνική συμμετοχή θα ανέβει ψηλά στην τελική κατάταξη;
Δεν μπαίνω στα προγνωστικά, δεν με αφορούν καθόλου. Η ελληνική συμμετοχή πρέπει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της, να εμφανιστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτό θα μετρήσει.
Τι συμβουλή θα δίνατε στον Ακύλα που θα μας εκπροσωπήσει;
Δουλειά, δουλειά και πάλι δουλειά! Κερδίζει η χελώνα του Αισώπου και όχι ο λαγός που λέει «είμαι ο καλύτερος, θα είμαι νικητής, ας καθίσω στο θρόνο μου».
Συνέντευξη: Μαρία Κολλιάτσα
Φωτογράφος: Γιώργος Καλφαµανώλης
Επιµέλεια: Κατερίνα Κύρκου
Grooming: Μαριάννα Γεντή
Ευχαριστούμε το Domotel Kastri Hotel
(Ελ. Βενιζέλου 154 και Ρωμυλίας,
ΤΚ 146 71, Καστρί, τηλ. 210-3507100)
για τη φιλοξενία









