Η περίπτωση Τσιτσιπά: Στα όρια της νοσηρότητας- Στην εθνική Ελλάδας τον θέλουμε;

Ο Στέφανος, δυστυχώς, χάνει το tie-break.

Είναι μια διαρκής εικόνα που τον συνοδεύει, σαν ένα φάντασμα που αρνείται να εγκαταλείψει το court. Ο Στέφανος Τσιτσιπάς, στο τουρνουά της Μαδρίτης, βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο μιας συζήτησης που ξεπερνά τα όρια των baseline χτυπημάτων και των άσων. Το ξέσπασμά του κατά του πατέρα του και των συνεργατών του, οι ύβρεις που κατέγραψαν οι κάμερες ενώ βρισκόταν πίσω στο σκορ απέναντι στον Πάτρικ Κίπσον, δεν είναι απλώς μια κακή στιγμή.

Ο πρωταθλητισμός ως υπεράνθρωπη νόρμα

Έχουμε την τάση να έχουμε κολοσσιαίες απαιτήσεις από τους σπουδαίους αθλητές. Ξεχνάμε όμως πως ο πρωταθλητισμός είναι μια κατάσταση, μια νόρμα μεγαλύτερη από τον άνθρωπο. Είναι ένας μηχανισμός που απαιτεί την πλήρη υποταγή του «εγώ» σε ένα αποτέλεσμα. Οι κόποι μιας ολόκληρης χρονιάς, η εξάντληση ενός εξουθενωτικού τριμήνου ή εξάμηνου προετοιμασίας, μπορούν να τιναχτούν στον αέρα από έναν τυχαίο τραυματισμό ή μια λάθος εκτίμηση δευτερολέπτου.

Αυτή ήταν η συνθήκη για δεκαετίες: ο αθλητής κρινόταν στις γραμμές του γηπέδου. Μέχρι που τα μίντια και τα social media αποφάσισαν να ψηλώσουν τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη. Σήμερα, δεν κρίνεται μόνο το backhand ή η αντοχή. Κρίνεται η προσωπικότητα, η πολιτική τοποθέτηση, η στάση απέναντι στα παιδιά, στα ζώα, στο περιβάλλον. Ακόμα και το τι φοράνε ή το πώς διαχειρίζονται την ιδιωτικότητά τους.

Σε έναν κόσμο που περιμένει το λάθος σου για να σε δικάσει, η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι το τρόπαιο, αλλά το να παραμείνεις πνευματικά υγιής μέσα στην παράνοια της δόξας. Και ο Στέφανος, δυστυχώς, δείχνει να χάνει αυτό το tie-break. Ένα ποστ στο Twitter. Είδαμε τον Νόβακ Τζόκοβιτς να μετατρέπεται από είδωλο σε «δημόσιο κίνδυνο» λόγω των θέσεών του για τον εμβολιασμό. Είδαμε την Ναόμι Οσάκα, ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα της γενιάς της, να καταρρέει ψυχολογικά υπό το βάρος των συνεντεύξεων τύπου και των προσδοκιών, αποχωρώντας από Grand Slams για να σώσει την ψυχική της υγεία.

Η πίεση έχει γίνει ασφυκτική, κι εμείς, από την άνεση του καναπέ μας, τους μαρκάρουμε και τους δικάζουμε αμείλικτα. Ακόμα και παιδιά 17, 18 ή 19 ετών. Ο Λαμίν Γιαμάλ στο ποδόσφαιρο ή ο Κόκο Γκοφ στο τένις, καλούνται να είναι πρότυπα ηθικής και πειθαρχίας πριν καλά-καλά διαμορφώσουν τον δικό τους χαρακτήρα. Πόσα ταλέντα χάνονται επειδή δεν αντέχουν το «πακέτο» της δημόσιας έκθεσης και όχι τον ίδιο τον πρωταθλητισμό;

Η περίπτωση Τσιτσιπά: Στα όρια της νοσηρότητας

Όλοι οι αθλητές έχουν εντάσεις. Ο Μακ Ενρό ούρλιαζε στους διαιτητές, ο Τζόκοβιτς σπάει ρακέτες. Όμως, αυτό που συμβαίνει με τον Στέφανο Τσιτσιπά αρχίζει να ξεφεύγει από το πλαίσιο της «αθλητικής έντασης» και αγγίζει τα όρια της νοσηρότητας.

Στη Μαδρίτη, η εικόνα του να βρίζει τον πατέρα του επειδή έχανε με 4-1, δεν ήταν μια έκρηξη πάθους. Ήταν μια επαναλαμβανόμενη, δυσλειτουργική αντίδραση που προκαλεί αμηχανία. Ο πατέρας του, ο Απόστολος, είναι ο άνθρωπος που τον έφτασε στην κορυφή, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να είναι ο αποδέκτης μιας τοξικότητας που πηγάζει από την αδυναμία του Στέφανου να διαχειριστεί την αποτυχία του δευτερολέπτου.

Όταν ένας αθλητής αυτού του βεληνεκούς στρέφεται με τέτοιο μένος κατά του «δικού του ανθρώπου» μπροστά στις κάμερες, το lifestyle κομμάτι της είδησης υποχωρεί μπροστά στην ψυχολογική ανάλυση. Είναι ο Τσιτσιπάς θύμα της ίδιας του της φιλοδοξίας; Ή μήπως η πίεση του να είναι ο «τέλειος πρεσβευτής» τον οδηγεί σε αυτές τις οριακές συμπεριφορές;

Αν και ο Στέφανος κατάφερε τελικά να κάνει την ανατροπή και να κερδίσει τον Κίπσον, η γεύση που έμεινε στο κοινό της Μαδρίτης –και του πλανήτη– ήταν πικρή. Η ανατροπή στο σκορ δεν αναιρεί την «ανατροπή» των αξιών που είδαμε στον πάγκο.

Ο πρωταθλητισμός είναι σκληρός, αλλά η δημόσια ανθρωποφαγία είναι σκληρότερη. Ωστόσο, υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «λυγίζω από την πίεση» και στο «ξεσπώ νοσηρά στους γύρω μου». Ο Τσιτσιπάς οφείλει να βρει αυτή τη γραμμή. Όχι για να γλιτώσει το cancel culture, αλλά για να μην γίνει ο ίδιος το θύμα μιας εικόνας που, όσο κι αν προσπαθεί να ψηλώσει, στο τέλος τον μικραίνει.

Το ερώτημα είναι: Στην εθνική Ελλάδας τον θέλουμε;

Cookies