Μαρινέλλα: Η ζωή ενός μύθου- Πώς η Κυριακή Παπαδοπούλου έγινε η απόλυτη σταρ

Η διαδρομή από τις γειτονιές της Θεσσαλονίκης μέχρι την απόλυτη καταξίωση.

«Θέε μου, μας έκανες εσύ τόσο πολύ να αγαπάμε» ήταν η τελευταία φράση που άκουσε το κοινό από την Μαρινέλλα πριν την τραυματική εκείνη στιγμή στο Ηρώδειο τον Σεπτέμβριο του 2024.

Το ελληνικό κοινό ήταν κακομαθημένο από την εμβληματική τραγουδίστρια που έμοιαζε να αψηφά το χρόνο και τους νόμους του, προσφέροντας το θείο δώρο της φωνής και το χάρισμα τους ταλέντου της απλόχερα στον κόσμο που την λατρεύει επί δεκαετίες, ασταμάτητα, γενναιόδωρα… Πιστεύαμε ότι οι χαρές μας θα ήταν ατελείωτες. Μέχρι εκείνη την μοιραία βραδιά της συναυλίας, όταν τα πάντα ανατράπηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Ενάμιση χρόνο μετά έπεσαν οι τίτλοι του τέλους για την τραγουδίστρια που αγαπήθηκε όσο ελάχιστα είδωλα στην Ελλάδα. Με μια καριέρα και ένα ρεπερτόριο που δεν ξαναγίνονται και με μια φωνή που αψηφούσε το χρόνο η τραγουδίστρια συνέχιζε να πρωταγωνιστεί στα καλλιτεχνικά δρώμενα και να σαγηνεύει, να συναρπάζει το κοινό που την ακολουθούσε πιστά μέσα στις δεκαετίες της χρυσής πορείας της.


H ζωή της, που ξεκίνησε στην Θεσσαλονίκη στα χρόνια της δεκαετίας του 30 μοιάζει με μυθιστόρημα. Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια του ήταν και ο έρωτας με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης γνωρίστηκαν το 1956 στη Θεσσαλονίκη, όταν ο τραγουδιστής ήταν ακόμη με την Καίτη Γκρέι με την οποία είχαν αρραβωνιαστεί, δεν παντρεύτηκαν όμως ποτέ καθώς την τραγουδίστρια δεν ενέκρινε η μητέρα του Στέλιου Καζαντζίδη, Γεσθημανή, την οποία ο λαϊκός βάρδος λάτρευε και υπολόγιζε όσο καμία άλλη γυναίκα στη ζωή του. Έτσι κάπως ξαφνικά μπήκε στη ζωή του η Μαρινέλλα. Ο Καζαντζίδης την άκουσε ένα βράδυ να τραγουδά.

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ / MARINELLA (@marinelladiva)

Η ίδια η Μαρινέλλα είχε διηγηθεί σε ραδιοφωνική συζήτηση με τον Αντώνη Ρέμο: «Τον Καζαντζίδη τον γνώρισα από τον Στέλιο Ζαφειρίου. Εγώ δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης, δεν τον ήξερα. Μου λέει «Τραγουδάς ωραία, μπράβο! Σεκόντα ξέρεις να κάνεις»; Λέω «Ξέρω» και μετά μου λέει «Ψαρεύεις»; Λέω «Βεβαίως» και με ρωτά «Πάμε για ψάρεμα»; Ψαρέψαμε, δεν πιάσαμε τίποτε, αλλά μάλλον έπεσε ένα φλερτάκι εκεί θυμάμαι. Φορούσα μαγιό και φαίνεται ότι έτσι του άρεσα του Στέλιου. Τσαχπινομπουρμπουλήθρα ήμουν, ένα γλυκό συμπαθητικό κορίτσι, αλλά δεν ήμουν όμορφη. Αυτό δεν εμπόδισε κανέναν να με αγαπήσει πάρα πολύ»!

Στην μεγάλη συνέντευξή της στον Τάσο Τρύφωνος είχε πει: “Ποτέ δεν σκέφτηκα να παντρευτώ, ούτε ήθελα να παντρευτώ. Έκανα και δύο γάμους, έτσι για να έχουμε να λέμε. Με τον Στέλιο Καζαντζίδη κατάλαβα αμέσως ότι είχαμε αγάπη ξαφνικά, με είδε, τον είδα στα μάτια, κοιταχτήκαμε και ερωτευτήκαμε. Πολύ καλό παιδί, ντροπαλός κι αυτός. Άρχισα να μιλάω εγώ για τη δουλειά του και λιγότερο εκείνος. Δεν του άρεσε να βγαίνει το βράδυ να τραγουδάει. Ήταν η μεγαλύτερη φωνή, δεν το συζητάω! Ο Μπιθικώτσης ήταν μετά.»

Σαν τραγουδιστικό δίδυμο έγραψαν ιστορία με τραγούδια όπως η «Μαντουμπάλα», και η «Ζιγκουάλα», έφεραν το αστικό κοινό στα άλλοτε περιθωριακά μπουζούκια και η επιτυχία τους τους ταξίδεψε στις Ελληνικές παροικίες στο εξωτερικό όπου αποθεώθηκαν. Αν και όλοι ήξεραν ότι είναι ζευγάρι, χρειάστηκε να περάσουν οκτώ χρόνια μέχρι οι δυο τους να παντρευτούν.

Ο αστικός μύθος θέλει τη συμβίωση του ζευγαριού δύσκολη. Ο παλιός φίλος και μουσικός του Στέλιου Καζαντζίδη Δημήτρης Τζάρας είχε πει σχετικά: «Η Μαρινέλλα -η Κίτσα, όπως τη φωνάζαμε τότε– ήταν και είναι πολύ άξια. Γι’ αυτό και ανέβηκε στο υψηλότερο βάθρο και θεωρείται σήμερα κορυφαία. Δουλέψαμε πολύ μαζί με τη Μαρινέλλα και τον Καζαντζίδη. Βοηθούσε όλους όσους ήταν τριγύρω της. Δεν θα ξεχάσω στα πρώτα της βήματα, όταν ο Στέλιος είχε ήδη γίνει φίρμα, η Μαρινέλλα ήταν πολύ φτωχή κοπέλα. Ο Στέλιος δεν της είχε πάρει ούτε ένα παλτό. Και όταν ήταν να βγάλουμε αναμνηστικές φωτογραφίες για να στείλουμε σε καρτ ποστάλ, με το παλτό της γυναίκας μου έβγαζε φωτογραφίες, γιατί δεν της έπαιρνε τίποτα ο Στέλιος.»

Ένα άλλο θέμα που απασχολούσε το μουσικόφιλο κοινό ήταν και το γιατί το ζευγάρι δεν αποκτούσε παιδί. Σύμφωνα με τον Καζαντζίδη πάντως, ο ίδιος δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά εξ αιτίας ενός ατυχήματος που είχε στο στρατό. Το σίγουρο είναι ότι δύο χρόνια αργότερα ο γάμος κατέληξε σε διαζύγιο. «Έφυγα από τον Καζαντζίδη με ένα κατοστάρικο στην τσέπη. Δεν είχα πού να πάω, και πάλι δεν είχα άγχος. Λέω: ο Θεός είναι μεγάλος, ξέρει και τα δίνει κατά την καρδιά του ανθρώπου.» έχει πει η Μαρινέλλα για τον χωρισμό της.

Οι δυο τους ακολούθησαν διαφορετικές πορείες: Η Μαρινέλλα σηκώθηκε από την καρέκλα που ήταν καθηλωμένη επί σκηνής και μεταμορφώθηκε σε μια νέας κοπής entertainer που θα έγραφε ιστορία, ενώ ο Καζαντζίδης σιγά σιγά αποτραβήχτηκε από τα φώτα και τη δημοσιότητα. Κάποιοι ήθελαν να συμβαίνει αυτό επειδή είχε χάσει τη «γυναίκα της ζωής του».

Kράτησαν όμως μια φιλική σχέση. Άλλωστε όταν γνωρίστηκαν ήταν τόσο νέοι. Η φιλία κράτησε μέχρι τέλους. Η Μαρινέλλα ήταν ένας από τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα στον τραγουδιστή κατά τη διάρκεια της ασθένειας του, μέχρι το θάνατό του το 2001. «Σχεδόν κάθε απόγευμα πήγαινα στο σπίτι της Βάσως και του Στέλιου Καζαντζίδη. Επειδή ήταν απέξω κάμερες και δημοσιογράφοι, βρήκαμε έναν δρόμο που μου είπε η Βάσω και έμπαινα στο σπίτι τους κρυφά. Όπως και στο νοσοκομείο που πήγαινα, έμπαινα από το γκαράζ”…

Το 1971 μένει έγκυος από τον Φρέντι Σερπιέρη, και αποφασίζει να κρατήσει το παιδί και να το μεγαλώσει χωρίς να παντρευτεί τον πατέρα του. Η ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 70 είχε ξαφνιαστεί από την απόφαση της τραγουδίστριας να μεγαλώσει την κόρη της μόνη της. “Ήμουν τόσο τολμηρή για την εποχή μου. Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε.”

«Τον Φρέντυ Σερπιέρη τον είχα ερωτευτεί πολύ,» είχε αφηγηθεί σε συνέντευξή της η Μαρινέλα. «Ήμασταν τέσσερα χρόνια μαζί. Μετά τη γέννηση της κόρης μας, εκείνος ήθελε να παντρευτούμε. Του είπα, όμως, ότι δεν χρειάζεται, καλύτερα να μείνουμε φίλοι. Φυσικά την αναγνώρισε, της έδωσε το όνομα του, έγιναν όλα όπως έπρεπε. Τον αγαπάω πολύ, είναι εξαιρετικός άνθρωπος κι αυτός και η γυναίκα του, η Σαμπίνα, ο γιος τους επίσης, που είναι πραγματικός αδελφός της κόρης μου»

«Ήμουν τόσο τολμηρή για την εποχή μου. Να βλέπεις μια γυναίκα με την κοιλιά να τραγουδάει. Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε. Ο κόσμος το ήξερε. Δεν βγήκα ποτέ να πω ποιος, πώς, τι. Ποτέ. Ήξερε ο κόσμος για μια σχέση που είχα. Δεν το έκρυψα, δεν μπήκα στο κουκούλι μου. Βγήκα και είπα “αυτή είμαι”. Με δέχτηκε ο κόσμος έτσι ακριβώς όπως ήμουν, με αγάπησε πιο πολύ, μπορώ να πω. Θάρρος ήθελε. Η κοινωνία τότε δεν μπορούσε να το δεχτεί. Θα μπορούσε να πει “σαν δεν ντρέπεται”. Ήθελε τόλμη. Ήμασταν δύο τότε που το τολμήσαμε. Εγώ και η Έλενα Ναθαναήλ.»

Λίγο αργότερα η Μαρινέλλα θα παντρευόταν τον Τόλη Βοσκόπουλο και θα μεγάλωναν μαζί την Τζωρτζίνα μέχρι τον χωρισμό τους στις αρχές της δεκαετίας του 80. Οι δύο τραγουδιστές είχαν έρθει κοντά αμέσως μετά τον χωρισμό του τραγουδιστή από την Ζωή Λάσκαρη: Λέγεται ότι ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε εμπιστευτεί τότε σε δικό του άνθρωπο τα αισθήματα του για την Μαρινέλλα λέγοντας. “Αυτήν την γυναίκα θα την παντρευτώ”.


Ο έρωτας επισημοποιήθηκε με τα δεσμά του γάμου με το μυστήριο να τελείται στο διαμέρισμα της τραγουδίστριας στο Παγκράτι σε στενότατο κύκλο το 1973. Συνεργάστηκαν δισκογραφικά, τραγούδησαν μαζί στις πίστες και μεγάλωσαν μαζί την κόρη που είχε αποκτήσει η Μαρινέλλα με τον Φρέντι Σερπιέρη. Ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε μεγάλη αδυναμία στην Τζωρτίνα που πέρασε τα πρώτα της χρόνια στη βίλα της Ρένας Βλαχοπούλου στην Κηφισιά, την οποία αγόρασε ο Τόλης Βοσκόπουλος για να στεγάσει τον έρωτα του με την Μαρινέλλα.

«Η ευτυχία μας είναι πολύ μεγάλη. Υπάρχει βλέπεις μεταξύ μας, όχι μόνον ο έρωτας αλλά κάτι πιο βασικό: ο αλληλοσεβασμός. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Τα ενδιαφέροντα μας ίδια, ίδιες κι’ οι επιθυμίες κι’ οι χαρές μας.» είχε πει τότε ο Τόλης Βοσκόπουλος σε συνέντευξη του. «Αλήθεια, πόσα πράγματα δεν έμαθα από τη γυναίκα μου. Η Μαρινέλλα είναι Σχολή στο τραγούδι μας, και παρακολουθώντας την από κοντά είχα σημαντικό κέρδος. Κι’ εκείνη πιστεύει ότι πήρε κάτι από ‘μένα. Δεν λέει τι. Μα, οπωσδήποτε αυτό με τιμά». Το ζευγάρι θα χώριζε το 1981.

Η Μαρινέλλα θα έλεγε πριν μερικά χρόνια: «Όταν η Τζωρτίνα ήταν 10 ετών και είχα πάρει διαζύγιο από τον Βοσκόπουλο– είχα ξεμπερδέψει για την ακρίβεια γιατί ο Τόλης δεν ήταν το πιο εύκολο αγόρι- αποφάσισα πως οι άντρες είχαν τελειώσει πια για μένα. Δεν ήθελα να δω πότε το παιδί μου κατσουφιασμένο από κάποιο αρνητικό σχόλιο που θα άκουγε για την προσωπική μου ζωή.»

Η κόρη της Μαρινέλλας ασχολείται με την σκηνοθεσία και είναι παντρεμένη με τον Τίμο Δασκαλόπουλο διευθύνων σύμβουλο της εταιρίας Delphis με τον οποίον έχουν αποκτήσει δύο παιδιά. τον 19χρονο Δημήτρη και την 14χρονη Μελίνα. Η Μαρινέλλα, σε συνέντευξη της στην «Καθημερινή» είχε πει για την εγγονή της: «Γεννημένη ηθοποιός. Με την κόρη μου το γλίτωσα, έγινε σκηνοθέτις. Με την εγγονή το βλέπω να ’ρχεται…»

Πριν μερικά χρόνια η οικογένεια της τραγουδίστριας πέρασε μια σοβαρή περιπέτεια υγείας με αίσιο ευτυχώς τέλος. Η Μαρινέλλα θα διηγόταν με γενναιότητα: «Η Τζωρτίνα είχε καρκίνο στο μαστό, αλλά τον πρόλαβε στο δευτερόλεπτο. Δόξα τον Πανάγαθο… Έχω ένα παιδί απίθανο, ο Θεός να την έχει γερή. Αντιμετώπισε αυτή την κατάσταση σαν να μην τρέχει τίποτα. Έμεινε για ένα διάστημα γουλί από τη χημειοθεραπεία. Μια πανέμορφη κούκλα χωρίς μαλλιά. Έτσι κυκλοφορούσε –με το κεφάλι ξεσκέπαστο. Της πηγαίνανε οι φίλες της σκουφάκια, φουλάρια, μαντίλια… όταν κάποια της πήγε και μια περούκα, είπε γελώντας: Πάτε καλά; Βρε, άι στο διάολο που θα βάλω περούκα.»

“Έχω μία καταπληκτική οικογένεια” είχε πει πριν μερικά χρόνια η Μαρινέλλα. “Δεν θέλει τίποτ’ άλλο ο άνθρωπος! Με την αδελφή μου τη Λούλα, που ζούμε μαζί σχεδόν σαράντα χρόνια, από τότε που τα παιδιά μας ήταν μωρά, και με την οικογένεια της κόρης μου. Όλη η φαμίλια μαζί. Νιώθω προστατευμένη μ’ αυτό το «κουκούλι» γύρω μου. Είμαι καλά.”


Μερικά χρόνια πριν ο Γιάννης Ξανθούλης είχε γράψει για την παρουσία της Μαρινέλλας:
«Συχνά τη φαντάζομαι σαν υπερωκεάνιο μες στη σκοτεινή θάλασσα, ολόφωτο, με μια εξωπραγματική ποιητική εκδοχή και τη βαρύτιμη ρετσινιά ενός θρύλου. Γύρω της βάρκες θαυμαστών και απορημένων περίεργων, όπως στο φιλμ του Φελίνι στην «Άμαρκορντ» εκείνο της τρομακτικής γοητείας υπερωκεάνιο που εμφανίστηκε μες στην ομίχλη για να χαραχτεί ισόβια θαυμαστικό στη μνήμη των φελινικών ηρώων αλλά και σε μας.

Ξέρω ότι η Μαρινέλλα γίνεται Μαρινέλλα για τους άλλους. Για σας, για μας, για τους δύσπιστους, για τους παντοτινούς της θαυμαστές, που την ακολουθούν δεκαετίες ολόκληρες με και αγάπη μοχθηρή. Υπάρχει και τέτοιου είδους αγάπη για αυτή την εξαίσια αιρετική και ερωτική γυναίκα, που κατόρθωσε να γαληνέψει μερικές από τις πιο κρίσιμες δεκαετίες της χώρας μας, λειτουργώντας σαν καταλύτης δραματικός με το εύκο φανατισμό λο πρόσχημα της διασκέδασης.


Μέσα στη θριαμβευτική της ωριμότητα, μητρική, συντροφική και ερωτικά αθώα, αφού μετέθεσε όλο το αισθησιακό βάρος των τραγουδιών της στην ιστορία, ξανάπιασε το νήμα από την αρχή. Και μας αφηγείται έκτοτε, με τα εύσημα μιας «γιαγιάς τίγρης» –τρελαίνεται για το ρόλο της γιαγιάς γι’ αυτό το τονίζω– την περιπέτεια των αισθημάτων που τη σημάδεψαν απ’ τα χρόνια που, ως μελαχρινό κορίτσι απ’ τη μεταπολεμική Σαλονίκη, περπάτησε σε όλα τα ζόρικα μονοπάτια της καλλιτεχνίας.»


«Είσαι παντού και πουθενά» ήταν ο τίτλος ενός από τα ωραιότερα ντουέτα της Μαρινέλλας με τον Κώστα Χατζή. Σήμερα περιγράφει αυτό που ζουν όσοι την αγαπούν.

Παντού και πουθενά…Ο μύθος της Μαρινέλλας θα είναι πάντοτε μαζί μας, θυμίζοντάς μας πόσο ερωτευτήκαμε, δίνοντας δύναμη και νόημα στις ζωές μας…

Κεντρική φωτογραφία: NDPPHOTO