Papadakis Press

Τραϊανός Δέλλας ή τι σημαίνει να μένεις

Στον απόηχο της απώλειας της Γωγώς Μαστροκώστα, η συζήτηση για την αφοσίωση του Τραϊανό Δέλλα δεν λέει μόνο κάτι για τους ίδιους, αλλά κυρίως για μας: για το πόσο έχει μετατοπιστεί το μέτρο του αυτονόητου στις σχέσεις.

Είναι πράγματι συγκινητικό αυτό που έχει συζητηθεί και γραφτεί για τη στάση που κράτησε ο Τραϊανός Δέλλας απέναντι στη Γωγώ Μαστροκώστα. Και ίσως αξίζει να ειπωθεί καθαρά, χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς φειδώ: αυτό που βλέπουμε δεν είναι απλώς μια «σωστή συμπεριφορά», είναι μια βαθιά ανθρώπινη στάση συνέπειας, που σπάνια περιγράφεται όπως της αξίζει.

Ο Δέλλας, σε όλη αυτή τη διαδρομή, δεν μοιάζει να επιδιώκει κανέναν ρόλο. Δεν υπάρχει τίποτα επιδεικτικό, τίποτα που να ζητά αναγνώριση. Και αυτό, σε έναν κόσμο που έχει συνηθίσει να μετατρέπει ακόμα και το συναίσθημα σε δημόσια παράσταση, έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Η σιωπηλή του παρουσία, η σταθερότητα, η επιλογή να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο που αγάπησε χωρίς να μετατρέπει αυτή τη στάση σε αφήγημα, είναι από μόνη της μια μορφή διακριτικής αξιοπρέπειας και μιας προσωπικής «κανονικότητας».

Τραϊανός Δέλλας: Η στάση του, μάθημα ζωής

Υπάρχει κάτι σχεδόν παλιομοδίτικα ρομαντικό στον τρόπο που αυτό αποτυπώνεται. Όχι ως ρομαντική εξιδανίκευση, αλλά ως υπενθύμιση ότι η δέσμευση δεν είναι στιγμιαίο συναίσθημα, ούτε συνθήκη ευκολίας. Είναι επιλογή που επαναλαμβάνεται καθημερινά, συχνά χωρίς χειροκρότημα, σχεδόν πάντα χωρίς κοινό. Και ο τρόπος που ο Τραϊανός φαίνεται να το έχει υπηρετήσει, χωρίς να το διαφημίζει, είναι ίσως το πιο δυνατό στοιχείο της ιστορίας.

Κι αν υπάρχει κάτι που κάνει αυτή τη στάση να ξεχωρίζει, δεν είναι ότι «δεν έφυγε» στα δύσκολα. Είναι το πώς έμεινε. Με μια ηρεμία που δεν επιδιώκει δραματοποίηση, με μια συνέπεια που δεν χρειάζεται ηθικές ταμπέλες για να σταθεί, με μια τρυφερότητα που δεν ζητά να μεταφραστεί σε δημόσια εικόνα. Αυτό, από μόνο του, λέει περισσότερα από οποιονδήποτε χαρακτηρισμό.

Φωτογραφία: NDP

Και βέβαια, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος όταν μιλάμε για τέτοιες ιστορίες να διολισθαίνουμε σε μια υπερβολική εξιδανίκευση. Αλλά εδώ το ενδιαφέρον δεν είναι η αγιοποίηση. Είναι η απλότητα. Το ότι μια σχέση, μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες της, μπορεί να κρατηθεί όχι από μεγάλα λόγια αλλά από μια επίμονη, σχεδόν ταπεινή πράξη παρουσίας.

Κι εκεί ακριβώς γεννιέται και η δεύτερη, πιο άβολη σκέψη: ότι το γεγονός πως αυτό μας συγκινεί τόσο πολύ, λέει κάτι για το πόσο σπάνιο το έχουμε συναντήσει ως κοινωνικό βίωμα. Γιατί αν ήταν πραγματικά δεδομένο, δεν θα το σχολιάζαμε.

Ίσως λοιπόν, αν κάτι θα έπρεπε να μας απασχολεί δεν είναι η πράξη του συγκεκριμένου ανθρώπου,  η οποία, σε κάθε περίπτωση, διατηρεί μια αδιαμφισβήτητη τρυφερότητα και αξιοπρέπεια, αλλά η κοινωνική μας συνήθεια να την τοποθετούμε στο βάθρο του εξαιρετικού. Γιατί εκεί αρχίζει η παρανόηση: όταν η αφοσίωση στον άνθρωπό σου (και πιο συγκεκριμένα η αφοσίωση ενός άντρα στη γυναίκα του γιατί το αντίθετο όντως θα θεωρείτο φυσιολογικό) παρουσιάζεται ως ηρωισμός, τότε η απουσία της παύει να μοιάζει με αποτυχία ή λάθος και αρχίζει να μοιάζει με απλή επιλογή ανάμεσα σε ισοδύναμες εκδοχές ή επιλογές ζωής.

Έτσι διαμορφώνεται μια παράξενη ηθική ασάφεια. Από τη μία, χειροκροτούμε τη σταθερότητα, τη φροντίδα, την παρουσία. Από την άλλη, έχουμε ήδη αποδεχτεί ότι η απόσυρση, η συναισθηματική αποστασιοποίηση ή ακόμη και η εγκατάλειψη μπροστά στη δυσκολία μπορούν να δικαιολογηθούν εύκολα, σχεδόν ουδέτερα, σαν να πρόκειται για ψυχολογική αυτοπροστασία χωρίς ηθικό βάρος. Εκεί γεννιέται η σύγχυση: αν το ένα χρειάζεται χειροκρότημα για να αναγνωριστεί, το άλλο παύει να κρίνεται.

Φωτογραφία: NDP

Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή τη διαπίστωση, ο Δέλλας δεν γίνεται σύμβολο αντίφασης ή κοινωνικής κριτικής. Παραμένει, πρωτίστως, ένας άνθρωπος που στάθηκε με τρόπο σταθερό και ήσυχο δίπλα στη σύντροφό του σε μια δύσκολη διαδρομή. Και αυτό, όσο κι αν γίνεται πρωτοσέλιδο και θέμα συζήτης στα social media, στην ουσία του είναι απλό: είναι πράξη αγάπης που δεν χρειάστηκε να αλλάξει μορφή για να αντέξει τον χρόνο.

Ίσως λοιπόν το πιο τίμιο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι εδώ δεν έχουμε κάτι «σπάνιο», με την έννοια του εξωπραγματικού. Έχουμε κάτι σπάνιο με την έννοια του συνεπούς. Και αυτή η διαφορά είναι ουσιαστική. Γιατί το συνεπές δεν εντυπωσιάζει πάντα, αλλά χτίζει.

Και τελικά η πραγματική ρητορική (;) ερώτηση να μην είναι «πόσο σπουδαίο είναι αυτό που έκανε», αλλά «τι έχουμε πάψει να θεωρούμε αυτονόητο». Γιατί όταν το αυτονόητο μετατρέπεται σε είδηση, το πρόβλημα δεν βρίσκεται πια στις σχέσεις των άλλων, αλλά στο συλλογικό μας λεξιλόγιο για το τι σημαίνει να μένεις.

Μίλτος Πασχαλίδης: «Πολλές μαμάδες μου κάνουν συγκινητικά σχόλια – Νανουρίζουν τα παιδιά τους με τραγούδια μου»

Όσα δήλωσε για τις μητέρες που νανουρίζουν τα μωρά τους με τα τραγούδια του, τις κόρες του, το φλερτ από θαυμάστριες και την ευθύνη απέναντι στα παιδιά που τον παρακολουθούν.

Cookies