Υπάρχουν στιγμές που δεν βγαίνεις από τον κινηματογράφο έχοντας δει απλώς μια καλή ταινία. Βγαίνεις λίγο διαφορετικός. Χθες το βράδυ, σε μια χειμερινή αίθουσα, το κατάλαβα ξανά. Και, ίσως, αυτό να είναι το σημαντικότερο πράγμα που μου άφησε η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Όχι μόνο η ίδια η ταινία, αλλά η εμπειρία του να τη μοιραστώ με μια γεμάτη αίθουσα.
Είδα ζευγάρια που είχαν διαλέξει τον κινηματογράφο για τη σαββατιάτικη έξοδό τους. Είδα γονείς δίπλα στα παιδιά τους και λίγο πιο πέρα τον παππού της οικογένειας. Είδα εφήβους που, σε μια εποχή όπου όλα χωρούν σε μια οθόνη κινητού, διάλεξαν να καθίσουν τρεις ώρες στο σκοτάδι. Είδα ανθρώπους που, όταν άναψαν τα φώτα, δεν έτρεξαν προς την έξοδο. Έμειναν να συζητούν.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο αισιόδοξο νέο για την αγαπημένη μου τέχνη.
Ο κινηματογράφος πρέπει να νικήσει. Όχι απέναντι στις πλατφόρμες. Δεν πιστεύω ότι το streaming είναι ο σατανάς του σινεμά. Αντιθέτως, πιστεύω ότι μπορούν να συνυπάρχουν. Υπάρχουν βράδια που θέλω να δω μια σειρά στον καναπέ μου και υπάρχουν βράδια που θέλω να μπω σε μια αίθουσα και να παραδοθώ σε έναν σκηνοθέτη. Είναι δύο διαφορετικές μορφές ψυχαγωγίας. Όμως οι μεγάλες ταινίες έχουν ακόμη ανάγκη από τη συλλογική ανάσα μιας αίθουσας. Και η «Οδύσσεια» είναι μία από αυτές.

Μου άρεσε ακόμη περισσότερο ότι άκουγα παντού συζητήσεις. Άκουγα ανθρώπους να μιλούν για τον Όμηρο. Να αναρωτιούνται τι ανήκει στο έπος και τι αποτελεί επιλογή του Νόλαν. Να ψάχνουν, να διαφωνούν, να θυμούνται.
Πόσες φορές μπορεί μια κινηματογραφική ταινία να στείλει τόσο κόσμο ξανά στα βιβλία;
Θυμήθηκα κι εγώ τη δική μου επιστροφή στον Όμηρο. Κάποτε αγόρασα την «Ιλιάδα», δεκαετίες μετά τα σχολικά χρόνια. Δεν τη διάβασα ως υποχρέωση. Τη διάβασα ως ενήλικας. Και ήταν σαν να άνοιξα ένα άλλο βιβλίο. Με άλλες εικόνες, άλλες εμπειρίες, άλλες απώλειες στις αποσκευές μου, ερωτεύτηκα το έργο. Πάντα αγαπούσα περισσότερο την «Ιλιάδα». Ίσως επειδή λάτρευα τον Αχιλλέα, τον απόλυτο ροκ σταρ της αρχαιότητας.
Την «Οδύσσεια» την κατάλαβα πολύ αργότερα. Ίσως επειδή χρειάστηκε πρώτα να μεγαλώσω. Με τη φωνή του Ρένου Χαραλαμπίδη, σε ένα podcast, άρχισα να την ακούω ξανά. Και μόνο τότε κατάλαβα γιατί ο Κρίστοφερ Νόλαν επαναλαμβάνει σε κάθε σχεδόν συνέντευξή του ότι πρόκειται για «το πιο κλασικό κείμενο του δυτικού πολιτισμού».
Δεν το λέει από φιλολογική ευγένεια. Το λέει γιατί η «Οδύσσεια» περιέχει τα πάντα. Την ενηλικίωση. Τη μετάνοια. Την ενοχή. Το λάθος. Την οικογένεια. Τη φιλία. Τη συζυγική αγάπη. Την πατρική αγωνία. Τη μηχανή της εξουσίας. Την πονηριά. Την ταπείνωση. Τα τέρατα. Εκείνα που συναντάς στον δρόμο αλλά κυρίως εκείνα που κουβαλάς μέσα σου.
Ναι, οι κριτικοί έχουν δίκιο όταν λένε πως ο Νόλαν δεν έκανε διασκευή της «Οδύσσειας». Έχουν δίκιο και οι ίδιοι οι συντελεστές όταν επιμένουν ότι πρόκειται για ένα έργο εμπνευσμένο από τον Όμηρο. Άλλωστε στην ταινία εμφανίζονται πρόσωπα και αναφορές που έρχονται από τον Αισχύλο, από τον Βιργίλιο, ακόμη και από άλλες παραδόσεις του αρχαίου κόσμου.
Όμως υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά. Ο Νόλαν δεν χρησιμοποίησε τον Όμηρο. Τον κατοίκησε. Είναι φανερό ότι διάβασε ραψωδίες ξανά και ξανά. Ότι συγκινήθηκε μαζί της. Ότι συζήτησε ατέλειωτες ώρες με τη σύζυγό του και μόνιμη παραγωγό του, με τους συνεργάτες του, με φιλολόγους, ιστορικούς, αρχαιολόγους. Ότι είδε ξανά τον κλασικό επικό κινηματογράφο. Ότι αποκοιμήθηκε και ξύπνησε με τον Οδυσσέα, την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο.
Σαν να συγκατοίκησε μαζί τους. Και αυτό φαίνεται στον τρόπο που τους αντιμετωπίζει. Δεν τους κοιτάζει σαν μυθικά αγάλματα. Τους κοιτάζει σαν ανθρώπους που αγαπά. Γι’ αυτό και φωτίζει όχι μόνο τις αρετές, αλλά και τις πληγές τους.
Ο Οδυσσέας του Νόλαν δεν είναι ο αλάνθαστος ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος που πρέπει να μάθει να αντέχει τον ίδιο του τον εαυτό.
Ποτέ δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τον Οδυσσέα. Τον έβρισκα δύσκολο. Διαρκώς ανικανοποίητο. Δεν ήθελε να πάει στην Τροία. Τελείωσε έναν άνισο πόλεμο όχι με ανδρεία αλλά με τέχνασμα. Όχι με τη δύναμη αλλά με την απάτη του Δούρειου Ίππου. Κι έπειτα έπρεπε να ζήσει με αυτό.
Εδώ βρίσκεται, πιστεύω, η μεγάλη ιδέα του Νόλαν. Η καθυστέρηση της επιστροφής στην Ιθάκη δεν είναι μόνο έργο των θεών. Είναι το ταξίδι ενός βετεράνου πολέμου που δεν έχει ακόμη συγχωρήσει τον εαυτό του. Δεν ξέρει αν η οικογένειά του θα τον δεχτεί, επειδή ο ίδιος δεν έχει δεχτεί ακόμη αυτό που έγινε. Γι’ αυτό οι λωτοφάγοι δεν είναι απλώς μυθολογία. Είναι η ανάγκη να ξεχάσεις. Είναι το ίδιο σκοτάδι που οδηγεί τόσους βετεράνους στο ποτό, στην απομόνωση, στη σιωπή.

Η «Οδύσσεια» δεν ήταν ποτέ φωτεινή. Ίσως γι’ αυτό, όταν ήμουν νέα, δεν μπορούσα να την αγαπήσω. Δεν είχα ακόμη μετανιώσει αρκετά για να την καταλάβω.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ο Ματ Ντέιμον. Δεν θυμάμαι άλλη ερμηνεία του τόσο ώριμη, τόσο συγκρατημένη, τόσο ανθρώπινη. Δεν υποδύεται έναν βασιλιά. Υποδύεται έναν εξαντλημένο άνθρωπο που κουβαλά πάνω του το βάρος των αποφάσεών του. Με ελάχιστες κινήσεις, με βλέμματα περισσότερο παρά με λόγια, χτίζει έναν Οδυσσέα που δεν ζητά να τον θαυμάσεις. Ζητά μόνο να τον καταλάβεις. Και αυτό, τελικά, είναι πολύ πιο δύσκολο.
Και θα συγκινηθείς. Ναι, θα συγκινηθείς και για έναν ακόμη λόγο. Θα δεις μια Ελλάδα άγρια. Την Ελλάδα των βράχων, των ελαιώνων, του ανέμου και του βαθύ μπλε. Μια Ελλάδα που δεν χρειάζεται καρτ ποστάλ, ούτε σουβλάκι, ούτε τζατζίκι, ούτε συρτάκι ή Mama Mia και στερεότυπα για να υπάρξει. Την Ελλάδα του χωριού σου. Τη δική σου Ελλάδα. Αυτή που μυρίζει θυμάρι και πέτρα, που κάνει τη σιωπή να ακούγεται πιο δυνατά από οποιαδήποτε μουσική.
Μην πάτε στις αίθουσες περιμένοντας απλώς ένα ακόμη επικό θέαμα. Πηγαίνετε για να ανακαλύψετε κάτι από τον εαυτό σας.










