ndpphoto

Υπόθεση Αλ. Τσουβέλα: Ώρα να μιλήσουμε για τον κανιβαλισμό των social media

Η κυβέρνηση απαγορεύει τα social media στα παιδιά κάτω των 16 ετών. Μήπως να το κάνει και σε κάποιους γονείς τους;

Η είδηση πέρασε στα ψιλά των κοσμικών στηλών, όμως η ουσία της ακουμπά έναν βαθύ κοινωνικό πυρήνα. Πριν από λίγο καιρό, ο Στάθης Σχίζας αποφάσισε να κινηθεί δικαστικά εναντίον του δημοφιλούς λογαριασμού στα social media «Soula Glamorous», διεκδικώντας το αυτονόητο: την προστασία της προσωπικότητάς του. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας και η σύντροφός του, Ευαγγελία Καρύδη, αναγκάστηκαν να λάβουν μέτρα απέναντι σε ένα τσουνάμι έμφυλου, ηλικιακού και σωματικού bullying, με σχόλια που ισοπέδωναν την εμφάνιση και τα χρόνια μιας γυναίκας. Δύο διαφορετικές περιπτώσεις, η ίδια ακριβώς ρίζα: η πεποίθηση ότι η αναγνωρισιμότητα αφαιρεί από τον άνθρωπο το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό, είναι οικουμενικό και βαθιά απάνθρωπο. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος βρίσκεται κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας –στην τηλεόραση, στο θέατρο, στα social media– μετατρέπεται αυτόματα σε δημόσιο βοσκότοπο για τα απωθημένα του καθενός. Το ψηφιακό πλήθος απαιτεί το δικαίωμα να σχολιάζει με φρασεολόγιο-οχετό τα κιλά, τις ρυτίδες, ένα διαζύγιο, μια νέα σχέση.

Θυμόμαστε όλοι την Τζένιφερ Άνιστον, η οποία για χρόνια λιθοβολείτο δημοσίως ως «εγωίστρια που προτιμά την καριέρα από τη μητρότητα», την ίδια ακριβώς στιγμή που υποβαλλόταν σε επώδυνες, αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης. Βλέπουμε τον Χάρι και τη Μέγκαν να δέχονται καθημερινά τόνους οργανωμένου μίσους. Και, φυσικά, την πριγκίπισσα Κέιτ, η οποία, ενώ χρειαζόταν χρόνο μακριά από τις κάμερες για να διαχειριστεί τη διάγνωση του καρκίνου με τα ανήλικα παιδιά της, σύρθηκε σε μια δημόσια εξομολόγηση μέσω βίντεο. Την ανάγκασαν οι θεωρίες συνωμοσίας, τα σχόλια περί «τεμπελιάς» και η νοσηρή φημολογία ότι το Παλάτι την είχε «εξαφανίσει».

Σε αυτή την αρένα, δεν φταίνε πλέον τα παραδοσιακά media, οι παπαράτσι και τα περιοδικά. Φταίμε εμείς. Καταναλώνουμε τις ζωές των άλλων σαν να είναι αναλώσιμα παιχνίδια, εκτοξεύοντας χαρακτηρισμούς που κανένας μας δεν θα άντεχε να ακούσει για τον ίδιο ή για τα παιδιά του. Γιατί όμως; Γιατί πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι «διάσημοι» είναι πλούσιοι, άτρωτοι, ευτυχισμένοι και ότι δεν κόπιασαν ποτέ για όσα κατέκτησαν; Από πού πηγάζει τόση κακία;

Διασπορά οργής στα social media

Το smartphone μάς μεταμόρφωσε σε δικαστές χωρίς έγκλημα. Η οργή του διπλανού γίνεται ακαριαία δική μας μέσα από έναν ψυχολογικό μηχανισμό που ονομάζεται «συναισθηματική μετάδοση» (emotional contagion). Πλημμυρισμένοι από ένα συναίσθημα που γεννά σύγκρουση και απώλεια ελέγχου, γινόμαστε μέλη μιας παγκόσμιας κοινωνίας που μοιάζει έτοιμη να εκραγεί – ή να εκλέξει τον Ντόναλντ Τραμπ.

Ο θυμός, βλέπετε, έχει εθιστικές ιδιότητες. Χαρίζει μια ψευδαίσθηση εξουσίας και μια πρόσκαιρη δραπέτευση από τη μιζέρια του εαυτού μας. Όταν θυμώνουμε, η κορτιζόλη και η τεστοστερόνη χτυπούν κόκκινο, ο καρδιακός ρυθμός ανεβαίνει και η αρτηριακή πίεση εκτινάσσεται. Αυτό το εκρηκτικό, σαγηνευτικό κοκτέιλ αδρεναλίνης παράγει μια καταστροφική οικειότητα. Κάποιοι άνθρωποι εθίζονται σε αυτή την έξαψη και τη μετατρέπουν σε τρόπο ζωής.

Τα social media είναι η δεξαμενή που διοχετεύουμε αυτή την οργή ή μήπως η πηγή από την οποία την αντλούμε; Η απάντηση κρύβεται στους κυνικούς νόμους της αγοράς. Σήμερα, μια αυξανόμενη ομάδα ψηφιακών δημιουργών κατασκευάζει συνειδητά περιεχόμενο «rage baiting» – αναρτήσεις-δολώματα που σχεδιάζονται αποκλειστικά για να προκαλέσουν την οργή των χρηστών.

Η ψυχολογία μας είναι προγραμματισμένη να αντιδρά στο αρνητικό περιεχόμενο. Μια εικόνα από ένα καταπράσινο, ονειρικό λιβάδι προκαλεί γαλήνη, αλλά δεν γεννά την ανάγκη για σχολιασμό. Αντίθετα, μια εξοργιστική ανάρτηση κινητοποιεί τον χρήστη να αλληλεπιδράσει. Και γιατί οι δημιουργοί χρειάζονται τους «haters»; Διότι οι πλατφόρμες τους πληρώνουν με βάση την εμπλοκή (engagement). Ο αλγόριθμος μεταφράζει τον καταιγισμό των αρνητικών σχολίων ως «υψηλή ποιότητα αλληλεπίδρασης», αδιαφορώντας για τοξικότητα. Οι αλγόριθμοι, λοιπόν, πριμοδοτούν τον θυμό. Στο Χ (πρώην Twitter), για παράδειγμα, ένα ελάχιστο κλάσμα χρηστών παράγει αρνητικό περιεχόμενο, όμως το σύστημα το ενισχύει τόσο, ώστε να μοιάζει με τη συντριπτική πλειοψηφία.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στην κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture). Μεταμορφωνόμαστε σε αυτόκλητους θεματοφύλακες της ηθικής, οπλισμένοι με αγανάκτηση, καυστικό σαρκασμό και απειλές, βέβαιοι πως έχουμε τη δύναμη να «εξαφανίσουμε» ονόματα. Εκφράζουμε επιθετική ρητορική για τις επιλογές, το σώμα, την ηλικία, το φύλο ή τη γονεϊκότητα του άλλου, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι το smartphone μας είναι ένα παγκόσμιο μεγάφωνο που η ανθρωπότητα έχει ανάγκη να ακούσει.

Αυτή η «μόδα του θυμού» είναι μια συναισθηματικά μεταδιδόμενη νόσος. Όσο συνεχίζουμε να τρεφόμαστε από τις σάρκες των άλλων για να ξεχάσουμε τα δικά μας κενά, τόσο θα βυθιζόμαστε σε μια κοινωνία ψηφιακών ανθρωποφάγων. Η οθόνη δεν είναι ασπίδα, είναι ο καθρέφτης μας. Και το είδωλο που δείχνει, αρχίζει να γίνεται τρομακτικό.

Cookies