Τη δική του προσέγγιση για την υποκριτική, την ευθύνη των καλλιτεχνών απέναντι στο κοινό και την επαγγελματική του πορεία μοιράστηκε ο Γιάννης Μπέζος, μιλώντας στην εκπομπή «Χαμογέλα και Πάλι» του MEGA. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης εξήγησε τι θεωρεί ουσιαστικό στη δουλειά του, υπογράμμισε τη σημασία της στάσης που πρέπει να έχει ένας ηθοποιός πάνω στη σκηνή και ξεκαθάρισε πως δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι αδικήθηκε επαγγελματικά.
Παράλληλα, μίλησε για τον «Έμπορο της Βενετίας» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, την παράσταση στην οποία υπογράφει τη σκηνοθεσία και πρωταγωνιστεί, με πρεμιέρα στις 21 Οκτωβρίου στο Θέατρο Αλκυονίς.
Ο Γιάννης Μπέζος αντιμετωπίζει την υποκριτική ως ένα επάγγελμα που απαιτεί υπευθυνότητα και συνέπεια, χωρίς, ωστόσο, να θεωρεί ότι χρειάζονται υπερβολές και μεγάλες δηλώσεις για τη σημασία του. Όπως ανέφερε, βασικός στόχος είναι οι καλλιτέχνες να προσφέρουν στο κοινό στιγμές ψυχαγωγίας, σκέψης και συγκίνησης.
«Δεν θα έγραφα κανένα βιβλίο για τη ζωή μου. Δεν θεωρώ ότι κάνω κάτι τρομερά σημαντικό. Πιστεύω ότι κάνω τη δουλειά μου, προσπαθώ να την κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Η δουλειά η δική μας είναι να παρηγορούμε τον κόσμο, να τον κάνουμε να ξεχνιέται, αλλά και να θυμάται. Και αν μπορούμε κάποια στιγμή να τον συγκινήσουμε. Βέβαια, είναι μεγαλύτερη ευθύνη όταν γίνεται στο θέατρο, είναι λίγο πιο δύσκολο να το κάνεις στην τηλεόραση».
Ο ηθοποιός στάθηκε, επίσης, στη δημόσια φύση της δουλειάς των καλλιτεχνών, επισημαίνοντας πως όσα λένε και εκφράζουν δεν είναι ανεξάρτητα από την ευθύνη που έχουν απέναντι στην κοινωνία. «Εφόσον η δουλειά η δική μας είναι δημόσια, άρα είναι και πολιτική με έναν τρόπο, έχουμε πολύ μεγάλη ευθύνη τι λέμε», σημείωσε.
Ο «Έμπορος της Βενετίας» και ένας ήρωας που φτάνει στα άκρα
Σημαντικό μέρος της συνέντευξης αφιερώθηκε στη νέα θεατρική δουλειά του Γιάννη Μπέζου. Ο ίδιος σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στον «Έμπορο της Βενετίας», το έργο του Σαίξπηρ που ανεβαίνει στο Θέατρο Αλκυονίς από τις 21 Οκτωβρίου.
Αναφερόμενος στον χαρακτήρα που ενσαρκώνει, περιέγραψε έναν άνθρωπο που βρίσκεται αντιμέτωπος με σκληρή συμπεριφορά και απαντά με τον ίδιο τρόπο, οδηγούμενος στα άκρα. Αυτό, ωστόσο, δεν τον καθιστά έναν θετικό ήρωα.
«Ανήκει στις κωμωδίες του», ανέφερε για το έργο, ενώ για τον ρόλο του πρόσθεσε: «Είναι πάρα πολύ σκληρή η συμπεριφορά απέναντί του και αυτός συμπεριφέρεται το ίδιο σκληρά φτάνοντας στα άκρα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κανένα καλό παιδί. Ένας συμπλεγματικός άνθρωπος είναι, υποδουλωμένος στο χρήμα».
Μιλώντας για τη μέχρι σήμερα επαγγελματική του διαδρομή, ο Γιάννης Μπέζος ξεκαθάρισε ότι δεν αισθάνθηκε ποτέ πως αδικήθηκε ή πως κάποιοι προσπάθησαν να εμποδίσουν την εξέλιξή του. Όπως εξήγησε, δεν αντιμετώπισε την καριέρα του ως έναν διαρκή αγώνα για την εξασφάλιση ρόλων ή την αναγνώριση από τον καλλιτεχνικό χώρο.
«Εγώ δεν έχω αδικηθεί ποτέ. Δεν έχω νιώσει να με έχει αδικήσει κανείς ποτέ. Εκτός αν με αδίκησε και δεν το πήρα χαμπάρι. Αλλά δεν νομίζω ότι έχω αδικηθεί, όχι. Και να έγινε, δεν με ακούμπησε κάτι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια, διευκρίνισε ότι δεν αισθάνθηκε πως χρειάστηκε να καταβάλει υπερβολικές προσπάθειες για να εξασφαλίσει μια ευκαιρία ή να αντιμετωπίσει ένα οργανωμένο παρασκήνιο που θα εμπόδιζε την επαγγελματική του πορεία. «Δεν είναι ότι δεινοπάθησα για να βρω έναν ρόλο ή ότι κυνήγησα να κάνω την επιτυχία ή ότι ένα περίεργο κύκλωμα είχε συνωμοτήσει να μην ακουστεί η φωνή μου».
Ολοκληρώνοντας τις σκέψεις του, ο Γιάννης Μπέζος αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις που θεωρεί απαραίτητες για κάποιον που ανεβαίνει στη σκηνή. Εκτός από τον επαγγελματισμό και το κύρος, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην αυτοπεποίθηση, τονίζοντας ότι ο φόβος μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για έναν ηθοποιό.
«Θέλει επαγγελματισμό και θέλει κύρος και θέλει και ένα άλλο: να μην φοβάσαι. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στην σκηνή από τους φοβισμένους ανθρώπους», τόνισε. Τέλος, εξήγησε ότι ο σεβασμός προς τη γνώμη των άλλων δεν είναι για τον ίδιο δεδομένος σε κάθε περίπτωση, καθώς συνδέεται με την προσωπική εκτίμηση που τρέφει για τον συνομιλητή του. «Σέβομαι την γνώμη του άλλου εάν τον εκτιμώ. Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι στη δουλειά μας και υπήρχαν, που δεν μου λένε τίποτα».











