Η συζήτηση μαζί τους είναι πραγματικά από τις περιπτώσεις όπου τα λόγια που ακούς φτάνουν έως το χαμόγελο και το βλέμμα. Δύο διαφορετικής γενιάς ηθοποιοί που έχουν συναντηθεί σε όλα τα επίπεδα, κυρίως στο ανθρώπινο. Η παράστασή τους, ένα θεατρικό τάνγκο για δύο, μιας και στο έργο «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» των Τζέφρι Χάτσερ και Μιτς Άλμπομ υπάρχουν μόνο δύο ρόλοι. Η παράσταση ανέβηκε για πρώτη φορά τη σεζόν 2018-2019 και αναγνωρίστηκε αμέσως από το κοινό. Οκτώ χρόνια μετά, ο Γρηγόρης Βαλτινός και ο Γιάννης Σαρακατσάνης επέστρεψαν στους ρόλους τους έχοντας ακόμα περισσότερα να πουν και έχοντας αναπτύξει μια σχέση μεταξύ τους που μοιάζει με αυτήν των ηρώων τους καθώς έχουν αγαπηθεί βαθιά. Αν και έριξε αυλαία την Κυριακή των Βαΐων στην Αθήνα, η παράσταση θα παρουσιαστεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα, στη Θεσσαλονίκη, μετά το Πάσχα.

Οι ηθοποιοί έχετε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με την τέχνη σας. Σας αφορά πολύ ο ρόλος, πώς θα τον ενσαρκώσετε, πώς θα τον ερμηνεύσετε στη σκηνή ή στο φακό. Πόσο εγωιστικό είναι να είσαι καλλιτέχνης και σε ποιο ποσοστό επηρεάζει το ότι πρέπει να επικοινωνήσετε με το κοινό;
Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι», στο οποίο επιστρέψατε φέτος, είναι κάτι δοκιμασμένο, αλλά εκ νέου ιδωμένο;
Γρηγόρης Βαλτινός: Ναι. Πάντα σκάβεις βαθύτερα. Ο ρόλος κάθεται μέσα σου όταν περνούν τα χρόνια. Όπως και το έργο. Εμπλουτίζεται με καινούριες πληροφορίες, γεγονότα, χαρές ή συμφορές. Και πλέον, με δεδομένο ότι το θέατρο είναι παιδί της εποχής του, πρέπει να τα συμπεριλάβει αυτά. Στο έργο αναφέρεται μια διαταγή σύμφωνα με την οποία οι νέοι που αποφοιτούσαν από το πανεπιστήμιο με όχι υψηλή βαθμολογία στέλνονταν στον πόλεμο. Και ο ήρωάς μου, ο Μόρι Σβαρτς, που είναι καθηγητής πανεπιστημίου, λέει το εξής: «Βάλτε σε όλα τα παιδιά άριστα για να μην τα στείλουμε στον πόλεμο. Γιατί να τα στείλουμε στον πόλεμο; Για να σκοτώσουν και να σκοτωθούν;». Αλλιώς λέγεται αυτή η φράση από μας πια, έχει διαφορετικό χρώμα, και αλλιώς την προσλαμβάνει και ο κόσμος. Και φέρνω ένα παράδειγμα πολύ νωπό.
Γιάννης Σαρακατσάνης: Είναι τεράστια η διαφορά σε σχέση με πριν από οκτώ χρόνια. Κι εγώ το νιώθω και ο Γρηγόρης μού το επαληθεύει ότι και υποκριτικά έχει αλλάξει πολύ η παράσταση. Ένα από τα βασικά θα αναφέρω. Ο χαρακτήρας μου είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του, σε όλους αυτούς τους στόχους της επιτυχίας, της ανέλιξης και των χρημάτων, και ο Μόρι τού επισημαίνει: «Το παν, άνθρωπε, είναι οι σχέσεις, η αγάπη». Του μιλά για τα παιδιά, τον παροτρύνει να κάνει οικογένεια. Το 2018, στο πρώτο ανέβασμα του έργου, εγώ δεν είχα ακόμη παιδιά. Τώρα έχω ένα γιο 6 ετών. Χωρίς να αλλάζει κάτι στο κείμενο, έχω περισσότερη πληροφορία και αντίληψη γιατί έχω αλλάξει εγώ. Γιατί είδα πώς είναι τα πράγματα όταν έχεις παιδί, γιατί βιώνω την αντιπαράθεση του μπαμπά και του επαγγελματία – ποτέ δεν συμφιλιώνονται αυτοί οι δύο. Έχω καλύτερη κατανόηση του συναισθήματος για να επιβεβαιώσω αυτό που παίζω πάνω στη σκηνή. Επίσης, στην πορεία έχασα τον πατέρα μου –πέθανε πέρυσι τον Ιανουάριο–, ο οποίος είχε δει την παράσταση το 2018 και του είχε αρέσει πολύ. Μου είχε πει: «Συγκινούμαι γιατί κι εγώ σαν τον Μόρι νιώθω». Όταν ήταν στο νοσοκομείο κι εμείς ήμαστε εκεί, στο πλευρό του, αισθανόμουν ότι αυτό το είχα ξαναζήσει. Το είχα ζήσει ήδη πολλές φορές. Το ζούσα κάθε βράδυ, το σώμα μου έμπαινε σε αυτήν τη διαδικασία στην παράσταση. Τώρα ήρθε η αληθινή εμπειρία να προσθέσει το βάρος της στη σκηνή και είναι τελείως διαφορετικό για μένα όλο αυτό.
Γ.Β.: Ο Γιάννης είναι εξαιρετικά επιτυχημένος στο ρόλο για πολλούς λόγους. Πρώτον, επειδή είναι πολύ καλός ηθοποιός. Δεύτερον, επειδή το θέατρο θέλει μυαλό και αυτός είναι ένας έξυπνος άνθρωπος. Επεξεργάζεται σωστά την πληροφορία και το αίσθημα. Μπορεί να τα αναλύσει και να τα μεταφέρει. Διαθέτει την κριτική ικανότητα που απαιτείται από τον καλλιτέχνη. Και διαθέτει κάτι ακόμα που πολλοί ηθοποιοί δεν έχουν. Πολλοί περιχαρακώνονται, θωρακίζονται πίσω από το ρόλο, και μόνο εκεί νιώθουν ασφάλεια. Μόλις βγουν λιγάκι από αυτόν, αισθάνονται αμήχανα, εκτεθειμένοι, γυμνοί. Ο Γιάννης, επειδή έχει κάνει και stand-up comedy, γράφει και σκηνοθετεί, μπορεί να μπαίνει και να βγαίνει από τον ήρωά του με τεράστια ευκολία, κάτι που είναι το άλφα και το ωμέγα σε αυτή την παράσταση. Μιλά σαν κομπέρ στον κόσμο, αφήνει την τελευταία λέξη σε αυτόν και μπαίνει σαν ρόλος μέσα στο έργο. Μπαινοβγαίνει. Σαν να βγαίνει έξω από το πανί, να μιλά μπροστά στην οθόνη και να ξαναμπαίνει μέσα στο πανί.

Γ.Σ.: Με συγκίνησαν τα λόγια του Γρηγόρη… Τώρα που είμαστε σε μεγάλο θέατρο, στο Ιλίσια, μπαίνω από μια μικρή είσοδο πίσω από το κοινό και προσπαθώ να συγκεντρωθώ λίγο πριν από την παράσταση. Όταν θέλεις να συγκεντρωθείς σε κάτι, πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να αναγνωρίσεις το διακύβευμα, το καλό και το κακό. Σκέφτομαι λοιπόν ότι αυτό που ζω με τη συγκεκριμένη παράσταση –το επίπεδο εμπορικής επιτυχίας αλλά και υπαρξιακής αξίας που έχει– είναι κάτι που πολλοί ηθοποιοί μπορεί να μη βιώσουν ποτέ στην καριέρα τους. Οι περισσότεροι το ζουν μία φορά στα δέκα χρόνια. Παίζω σε μια παράσταση που έχει απήχηση και όπου ο κόσμος έρχεται και μας λέει κλαίγοντας: «Σας ευχαριστούμε για αυτό που μας κάνατε να αισθανθούμε». Θέλω να πω ένα τεράστιο ευχαριστώ στον Γρηγόρη για αυτό. Ίσως πολύ αργότερα θα καταλάβω πόσο σημαντικό είναι αυτό που μου συμβαίνει αυτήν τη στιγμή. Ο Γρηγόρης είναι ο φορέας της παράστασης –όχι μόνο ως ηθοποιός και παραγωγός, αλλά και ως σκηνοθέτης φέτος– και μου έδωσε χώρο. Αντιλαμβάνομαι πόσο σπουδαίο και ξεχωριστό είναι αυτό που μου συμβαίνει τώρα και χαίρομαι που αυτές οι σκέψεις μου καταγράφονται και γίνονται δημόσιες. Είμαι πολύ τυχερός για τη συνεργασία μας. Γιατί ο Γρηγόρης είναι και καλός άνθρωπος. Όσο καιρό συνεργαζόμαστε, μια σκοτεινή πλευρά του δεν έχω δει.
Ο Γρηγόρης Βαλτινός και ο Γιάννης Σαρακατσάνης για τις αθέατες πλευρές του θεάτρου
Να κάνω μια ερώτηση για το ρυθμό της παράστασης, γιατί ο κόσμος μερικές φορές ξεχνά ότι οι ηθοποιοί είναι άνθρωποι, και είστε μόνο οι δυο σας επί σκηνής. Σας έχει τύχει να σώσετε ο ένας τον άλλο;
Γ.Β.: Μερικές φορές γίνονται λάθη. Έχω κάνει κάποιες προσθήκες – μάλιστα έκανα και φέτος, πέρα από τις παλιές. Είναι δε μία, την οποία έχω γράψει εγώ, που δεν θυμάμαι ποτέ.
Γ.Σ.: Η μόνη φορά που την είπε τέλεια ήταν μετά από ένα διάστημα δύο εβδομάδων που είχαμε σταματήσει. Όταν ξεκινήσαμε, ήμαστε λίγο σκουριασμένοι και ξαφνικά αυτόν το μονόλογο τον είπε τέλεια ο Γρηγόρης!
Γ.Β.: Κάθε φορά ο Γιάννης μού λέει στα καμαρίνια: «Τι τον έγραψες αυτόν το μονόλογο αφού δεν τον λες ποτέ;». Βάσει αυτού, όπως καταλαβαίνετε, έχουμε ο ένας τον άλλο κατά νου. Εμένα με αποσυντονίζουν καταστάσεις που συμβαίνουν στην πλατεία και έχουν σχέση με αναισθησία, αγένεια και τεχνολογία, σύγχρονη αλλά και παλιά. Μια σύγχρονη τεχνολογία είναι το κινητό, μια παλιά είναι το κομπολόι.Πράγματι, είναι ενοχλητικά.
Γ.Β.: Με το κομπολόι μπορώ να λιποθυμήσω. Κυριολεκτικά! Αυτό το τακ τακ με τρελαίνει. Υπάρχει όμως και ο βήχας, ειδικά σε ένα θέατρο πεντακοσίων θέσεων, και το Ιλίσια έχει πολύ καλή ακουστική – αλλά δεν φταίει ο άνθρωπος που βήχει.
Γ.Σ.: Ο άνθρωπος όμως που τρώει καραμέλες; Πέντε κιόλας, και να ακούς τον ήχο από το χαρτί περιτυλίγματος; Είναι αυτό που λέει ο Γρηγόρης, σαν να ατακάρει κάποιος εκείνη τη στιγμή. Σαν να έχεις ένα όργανο που παίζει μια νότα και μπορεί να χαλάσει μια παύση, ένα ρυθμό, ένα αστείο – το οποίο αστείο είναι καθαρά ρυθμικό και ίσως χάσεις το γέλιο.
Δραστηριοποιείστε σε κάτι άλλο παράλληλα;
Γ.Σ.: Συμμετέχω στην εκπομπή «Εκτός Σχεδίου» της ΕΡΤ, ένα πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα concept. Επίσης, έχω ένα κανάλι στο YouTube στο οποίο κάνω βίντεο πάνω σε διάφορα θέματα: ψυχολογία, φιλοσοφία, παρουσιάσεις βιβλίων…
Γ.Β.: Εγώ δεν κάνω κάτι άλλο. Εδώ και πολλά χρόνια, δεν θέλω να έχω δύο πράγματα παράλληλα. Ειδικά τηλεόραση και θέατρο δεν το συζητώ. Είναι από τις 7 το πρωί μέχρι 1-2 τη νύχτα, συνεχόμενα, κάτι το οποίο θεωρώ και απάνθρωπο και αντικαλλιτεχνικό. Το έχω κάνει πολλές φορές. Τώρα δεν μπορώ και δεν θέλω.
Γ.Σ: Είχα να παίξω Τετάρτη με Κυριακή στο θέατρο από πριν από την καραντίνα, από την εποχή που δεν είχα παιδί. Μέχρι τότε είχα φτάσει να κάνω και δεκαέξι παραστάσεις την εβδομάδα – παιδικό, βραδινό, Δευτερότριτο και κάτι Κυριακές έξτρα. Τώρα που είμαι στο θέατρο πέντε βράδια την εβδομάδα, δεν μπορώ να διαβάσω ένα βιβλίο με το παιδί ή να το βάλω για ύπνο. Μου στοίχισε και μου στοιχίζει.

Κύριε Βαλτινέ, τι θα σας έκανε να επιστρέψετε στην τηλεόραση;
Γ.Β.: Αν επρόκειτο για λίγα επεισόδια, θα το τολμούσα. Αν επρόκειτο για πολλά –επειδή ελέγχω κάπως τις καταστάσεις στη δουλειά μου πλέον–, θα φρόντιζα να μην παίξω εκείνη τη χρονιά στο θέατρο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα προτιμούσα μια παραγωγή με λίγα επεισόδια. Όσο πιο μίνι είναι μια σειρά τόσο πιο κινηματογραφική γίνεται, πιο απαιτητική, με πιο προσεγμένα γυρίσματα.
Να κλείσουμε με την αγαπημένη σας ατάκα από την παράσταση;
Γ.Σ.: Εγώ την έχω έτοιμη – για να δώσω χρόνο στον Γρηγόρη να διαλέξει. Είναι η ατάκα που με έκανε να πω ναι και να παίξω σε αυτό το έργο όταν μου δόθηκε το κείμενο, προτού γνωρίσω τον Γρηγόρη και καταλάβω τι είναι: ένας φοβερός άνθρωπος που μου άλλαξε τη ζωή. Στη δεύτερη σκηνή του δεύτερου μέρους, ο ήρωας του Γρηγόρη θυμώνει και δηλώνει: «Αυτό παθαίνουν οι άνθρωποι σήμερα, η σύγχρονη ζωή σε κάνει να αγχώνεσαι τόσο πολύ για το μέλλον…»
Γ.Β.: «…για πράγματα που δεν θα συμβούν ποτέ…»
Γ.Σ.: «…που κάνουμε αξίες μας λάθος πράγματα». Με πέτυχε σε μια φάση της ζωής μου που αναρωτιόμουν για όλα αυτά. Αγχωνόμαστε για την εμφάνισή μας, για τα λεφτά που βγάζουμε, για τα υλικά αγαθά, για τα likes, για το κινητό μας, τα οποία είναι αξίες ψεύτικες, κενές. Αξίες μετρήσιμες, και, όπως συνειδητοποίησα μετά, ό,τι μετριέται συνήθως δεν είναι αξία τελικά. Οι πραγματικές αξίες της ζωής είναι οι μη μετρήσιμες, όπως η αγάπη, η φιλία, ο σεβασμός και η γνώση. Όταν διάβασα αυτή την ατάκα, λοιπόν, είπα «θέλω να παίξω σε αυτό το έργο». Με αυτήν μπήκα στην παράσταση και ακόμη τη σημασία της υπηρετώ.
Με ατάκα του Μόρι λοιπόν.
Γ.Σ.: Εννοείται!
Γ.Β.: Εγώ θα πω κάτι το οποίο μπορεί να φανεί κοινότοπο και ίσως ρομαντικό: «Δεν υπάρχει σκοπός όταν αγαπάς. Το να αγαπάς είναι ο σκοπός». Σε πρώτη ανάγνωση, ακούγεται λίγο τετριμμένο. Ωστόσο, μέσα από το φιλοσοφικό περίγυρο του έργου και τη συμπεριφορά των ηρώων, καταλαβαίνουμε ότι η αγάπη στην παράσταση δεν έχει μόνο ρομαντική έννοια. Είναι η αγάπη για τη ζωή και τις συνθήκες της, τους ανθρώπους, τη γνώση, τη σοφία, τις σταθερές, για όλα όσα ανέφερε ο Γιάννης πριν, τα οποία έχουν πραγματική αξία. Όταν η αγάπη σου –και δεν μιλάμε για την ερωτική αγάπη– επικεντρώνεται σε αυτά, γίνεσαι πιο ευτυχισμένος. Όλοι κυνηγούν την ευτυχία σαν να είναι κάτι αυτόνομο. Είναι όμως συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Αυτό που εννοώ για την αγάπη έρχεται και κουμπώνει, κάνει τον κύκλο του σχεδόν, στις τελευταίες φράσεις του έργου, όταν λέει ο Μόρι στον Μιτς «Μιτς, σ’ αγαπάω», εκείνος του απαντά «το ξέρω, κι εγώ σ’ αγαπάω» για να ανταπαντήσει ο Μόρι «κι εγώ το ξέρω». Είναι ένα βαθύτατα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ανθρωπιστικό και ανθρώπινο έργο.
Σας έχει σφραγίσει, έτσι δεν είναι;
Γ.Β.: Θα έλεγα ότι είναι το έργο για τη ζωή μου. Όλα όσα έχω μαζέψει στη ζωή μου είναι μέσα στον Μόρι.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΣΟΝΙΑ ΜΑΓΓΙΝΑ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ: ΝΙΚΟΣ ΜΑΛΙΑΚΟΣ
FASHION EDITORS: ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΓΚΩΝΑΚΗ,
ΠΕΝΝΥ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
grooming: ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΟΥΗ
ΒΟΗΘΟΣ STYLING: ΕΒΕΛΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ










