Νέα τροπή παίρνει η υπόθεση του Νίκολας Μπράντραμ, του 44χρονου εγγονού της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας, ο οποίος βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Τσίσγουικ, στο δυτικό Λονδίνο.
Η οικογένειά του υποστηρίζει ότι ο Μπράντραμ αυτοκτόνησε έπειτα από μήνες έντονης πίεσης που, όπως αναφέρει, προκλήθηκε από την αστυνομική έρευνα για τον εντοπισμό του αποκαλούμενου «Putney Pusher». Η οικογένεια αρνείται κατηγορηματικά ότι ο 44χρονος ήταν ο άνδρας που είχε καταγραφεί να σπρώχνει μια γυναίκα μπροστά από λεωφορείο στη γέφυρα του Πούτνι το 2017.
Σε ανακοίνωσή της, η οικογένεια αναφέρει ότι «δεν υπάρχουν στοιχεία που να τον τοποθετούν στη γέφυρα του Πούτνι εκείνη την ώρα, ούτε αξιόπιστα στοιχεία ότι ήταν ο άνδρας που εμφανίζεται στο βίντεο», υποστηρίζοντας μάλιστα ότι τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους έδειχναν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία, από την πλευρά της, ανακοίνωσε ότι ο θάνατος του Μπράντραμ αντιμετωπίζεται ως απροσδόκητος, αλλά δεν θεωρείται ύποπτος. Ο φάκελος της υπόθεσης αναμένεται να διαβιβαστεί στον ιατροδικαστή.
Η υπόθεση του «Putney Pusher»
Το όνομα του Νίκολας Μπράντραμ συνδέθηκε με μια από τις πιο γνωστές ανεξιχνίαστες υποθέσεις του Λονδίνου. Τον Μάιο του 2017, κάμερα ασφαλείας στη γέφυρα του Πούτνι κατέγραψε έναν άνδρα που έκανε τζόκινγκ να σπρώχνει μια γυναίκα προς τον δρόμο, την ώρα που πλησίαζε λεωφορείο. Ο οδηγός αντέδρασε εγκαίρως και κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση, ενώ η γυναίκα υπέστη ελαφρά τραύματα. Το βίντεο δημοσιοποιήθηκε και ο άγνωστος άνδρας απέκτησε από τα βρετανικά μέσα το προσωνύμιο «Putney Pusher».
Η έρευνα είχε αρχικά κλείσει το 2018, χωρίς να απαγγελθούν κατηγορίες. Τον Ιούνιο του 2026, ωστόσο, η Μητροπολιτική Αστυνομία ανακοίνωσε τη σύλληψη ενός 44χρονου ως υπόπτου για απόπειρα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Ο άνδρας αυτός ήταν ο Νίκολας Μπράντραμ.
Ο Μπράντραμ δεν κατηγορήθηκε τελικά για το περιστατικό. Είχε αφεθεί ελεύθερος υπό έρευνα, ενώ οι ανακριτικές ενέργειες συνεχιζόταν μέχρι τον θάνατό του.
Η οικογένειά του επικρίνει τώρα τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η έρευνα. Όπως υποστηρίζει, η Αστυνομία επέλεξε να τον συλλάβει και να ερευνήσει το σπίτι του αντί να τον καλέσει για ανάκριση, ενώ στη συνέχεια δημοσιοποιήθηκαν πληροφορίες που, σύμφωνα με τους συγγενείς του, οδήγησαν στην ταυτοποίησή του από τα μέσα ενημέρωσης. Η οικογένεια αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η αστυνομία επέλεξε να συλλάβει τον Νικ αντί να τον καλέσει για ανάκριση», προσθέτοντας ότι η δημοσιοποίηση στοιχείων προκάλεσε τις σχετικές εικασίες.
Η οικογένεια αποδίδει τον θάνατό του στην πίεση
Στη νέα της ανακοίνωση, η οικογένεια του Μπράντραμ συνδέει ευθέως τον θάνατό του με την πίεση που, όπως λέει, του προκάλεσε η πολυετής αστυνομική έρευνα.
«Πήρε τη ζωή του μετά από μήνες τεράστιας πίεσης που προκλήθηκε από την έρευνα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας», αναφέρει η οικογένεια. Παράλληλα, επιμένει ότι δεν υπήρχαν αξιόπιστα στοιχεία που να τον συνέδεαν με το περιστατικό του 2017.
Μετά τις καταγγελίες της οικογένειας, η Μητροπολιτική Αστυνομία ανακοίνωσε ότι έχει παραπέμψει στην Independent Office for Police Conduct (IOPC) την επαφή που είχαν οι αστυνομικοί με τον Νίκολας Μπράντραμ πριν από τον θάνατό του. Η IOPC ανέφερε ότι αξιολογεί την παραπομπή προκειμένου να αποφασίσει αν χρειάζεται να προχωρήσει σε περαιτέρω ενέργειες.
Ποιος ήταν ο Νίκολας Μπράντραμ
Ο Νίκολας Μπράντραμ ήταν εγγονός της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδας και της Δανίας, η οποία μετά τον γάμο της με τον Βρετανό ταγματάρχη Ρίτσαρντ Μπράντραμ ήταν γνωστή ως Λέιντι Κάθριν Μπράντραμ. Η πριγκίπισσα Αικατερίνη ήταν κόρη του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ και της βασίλισσας Σοφίας και συγγενής πολλών ευρωπαϊκών βασιλικών οίκων.
Ο Νίκολας Μπράντραμ είχε υπηρετήσει ως λοχαγός στον βρετανικό στρατό και είχε συμμετάσχει σε αποστολές στο Ιράκ, τη Βοσνία και το Αφγανιστάν. Στη συνέχεια ακολούθησε καριέρα στον χρηματοπιστωτικό τομέα του Λονδίνου, εργαζόμενος μεταξύ άλλων στις Κίλικ & Κο, Μπανκ Λεούμι και HSBC. Ήταν διευθυντικό στέλεχος στην HSBC πριν τεθεί σε διαθεσιμότητα μετά τη σύλληψή του.
Ο θάνατός του σημειώθηκε ενώ η έρευνα για την ταυτότητα του «Putney Pusher» δεν είχε οδηγήσει σε απαγγελία κατηγορίας σε βάρος του. Πλέον, πέρα από την ιατροδικαστική διερεύνηση του θανάτου του, εξετάζεται και η επαφή της Μητροπολιτικής Αστυνομίας μαζί του πριν από την κατάληξη της υπόθεσης.











