Γεννημένη ξεχωριστή, η Αλίκη Βουγιουκλάκη έζησε μια ζωή που θύμιζε κινηματογραφική ταινία, και πιο συγκεκριμένα τις δικές της. Ήταν μια μοντέρνα Σταχτοπούτα που έγινε η ίδια καλή νεράιδα του εαυτού της, με μαγικό ραβδί το ταλέντο της, ένα κλοτσοσκούφι που ξέφυγε από τις στάχτες της ανωνυμίας για να γίνει το πιο λαμπρό αστέρι. Δόλωμα για το κοινό, πονηρό θηλυκό, νεράιδα με ξανθά μαλλιά που ερωτεύτηκε το παλικάρι ξανά και ξανά… Το μόνο που δεν θύμιζε τις ταινίες ήταν το τέλος, που απείχε σχεδόν εκδικητικά από τα happy end της Φίνος Φιλμ.
Η κινηματογραφική της εικόνα υπήρξε ο ιδανικός καμβάς για την προβολή ονείρων και επιθυμιών γενιών Ελλήνων. Χαριτωμένη κόρη, αξιαγάπητη μεγάλη αδελφή, πηγή αθώου ερωτισμού, ιδανική σύζυγος, η Αλίκη ενσάρκωσε με τόση συνέπεια τα πλέον προσφιλή αρχέτυπα που η διάρκειά της ξεπέρασε κάθε προηγούμενο φαινόμενο. Ευλογημένη με μια αειθαλή νεότητα, αιώνια αισιόδοξη και θετική παρουσία, ήταν, όπως το έθετε η ίδια, «ένα χαμόγελο» σε μια εποχή πολύ πιο σκοτεινή και δύσκολη από τη σημερινή. Τα αληθινά ψέματα στο σελιλόιντ ήταν μια διέξοδος. Το αληθινό της πρόσωπο θέλησε, για τον περισσότερο καιρό, να το κρατήσει ιδιωτικό. Η προσωπική της ιστορία όπως τη διηγούνταν η ίδια χρωματιζόταν από την επιθυμία της για το όνειρο. «Δεν θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία», θα έλεγε κάποτε ως άλλη Μπλανς Ντιμπουά. «Δεν θέλω την αλήθεια, θέλω αυτό που θα έπρεπε να είναι αλήθεια».

Αλίκη Βουγιουκλάκη: Τα πρώτα βήματα
«Θέλω να παίξω στο θέατρο, πρέπει να παίξω και θα παίξω!». Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας της, η Αλίκη έδωσε κρυφά εξετάσεις και έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 1952. Προτού ακόμη αποφοιτήσει, ξεκίνησε τις εμφανίσεις στο θέατρο και στον κινηματογράφο, χωρίς μεγάλη επιτυχία αρχικά. Χάρη σε παραστάσεις όμως όπως το «Ωραία μου κυρία» και ταινίες όπως το «Ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο», η Ελένη Βλάχου έγραφε τον Φεβρουάριο του 1959 στην «Καθημερινή»: «Γιατί να μην έχουμε και εμείς την εθνική μας Α.Β. κατά το πρότυπο που καθιέρωσαν οι Γάλλοι με την εθνική τους B.B. (Μπριζίτ Μπαρντό) και οι Αμερικανοί με την εθνική τους Μ.Μ. (Μέριλιν Μονρόε);». Ο τίτλος κατοχυρώθηκε. Η βασιλεία της Αλίκης στην Ελλάδα είχε πλέον ξεκινήσει.
Φιλοδοξίες
Εχοντας τελειώσει μια θριαμβευτική τουρνέ, με τα κέρδη της οποίας αγόρασε το σπίτι της οδού Στησιχόρου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη επέστρεψε στην Αθήνα το 1962 αποφασισμένη: «Θα κρατήσω τους ρόλους του χαμινιού και της μαθήτριας, αλλά στο θέατρο θα κάνω άλλα πράγματα, σοβαρά. Θα πάρω τους καλύτερους». Ανέβασε το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, με σκηνοθέτη τον Αλέξη Σολομό, στο Κοτοπούλη-Ρεξ. Το έργο κατέβηκε σε μερικές εβδομάδες και η Αλίκη έβγαλε τη μελαχρινή περούκα της Κλεοπάτρας για να φορέσει ξανά την ποδιά της μαθήτριας για τα θεατρικά «Χτυποκάρδια στο θρανίο».

Ιστορία ενός γάμου
Εχοντας ήδη παντρευτεί τέσσερις φορές για χάρη του κινηματογραφικού φακού, η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ παντρεύτηκαν στ’ αλήθεια αυτήν τη φορά, στον Άγιο Νικόλαο των Δελφών, στις 18 Ιανουαρίου 1965. «Όταν φτάσαμε στους Δελφούς και άφησαν λευκά περιστέρια να πετάξουν, είπα από μέσα μου: “Ποια ταινία γυρίζουμε;”», θυμόταν εκείνη. Ο γάμος είχε γίνει στους Δελφούς για να μείνει, υποτίθεται, σχετικά μακριά, αν όχι από τη δημοσιότητα, τουλάχιστον από τα πλήθη. Λεωφορεία, αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, ακόμα και γαϊδούρια επιστρατεύτηκαν προκειμένου να μεταφερθεί κόσμος από τα γύρω χωριά, την Αθήνα αλλά και απ’ όλη την Ελλάδα που ήθελε να απολαύσει το πιο αγαπημένο ζευγάρι της μεγάλης οθόνης την ημέρα του γάμου του. Ο Αλέκος Σακελλάριος διηγούνταν ότι, το βράδυ μετά την τελετή κι ενώ τους περίμεναν στο γαμήλιο τραπέζι, καβγάδισαν τόσο πολύ που ο Παπαμιχαήλ ήθελε να πετάξει τη νέα σύζυγό του από το μπαλκόνι του δωματίου τους στο ξενοδοχείο. «Με έδειρε την πρώτη νύχτα του γάμου μας», θα αποκάλυπτε η ηθοποιός μετά από χρόνια. Το ζευγάρι μετακόμισε στο σπίτι που είχε αγοράσει η Αλίκη στη Στησιχόρου.

Γέλιο & δάκρυ
Την Τετάρτη 4 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε ο μοναχογιός του ζευγαριού, Γιάννης. Ούτε όμως ο ερχομός του έφερε τη σύμπνοια. Συνέχισαν να παίζουν μαζί στο θέατρο και στον κινηματογράφο, σιγά σιγά όμως άρχισαν να ζουν ξεχωριστές ζωές. Τον Ιούλιο του 1974, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αφιέρωσαν το μισό χώρο στην πτώση της χούντας και την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο και το άλλο μισό στο διαζύγιο Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ. Το διαζύγιο δεν βγήκε αναίμακτα. Ο Παπαμιχαήλ είχε πάρει κρυφά από την Αλίκη όλα τα έπιπλα από το εξοχικό τους στον Θεολόγο, μέχρι και τα μαξιλαράκια από τα φερ φορζέ. Εκείνη το ανακάλυψε τυχαία πηγαίνοντας στο σπίτι για μια συνέντευξη. Έκανε μήνυση για κλοπή, αλλά απορρίφθηκε.

Νέο ξεκίνημα
Με το παραμύθι του κινηματογράφου κι εκείνο του γάμου της να έχει τελειώσει, η σταρ όριζε πλέον απόλυτα τη μοίρα της. Και σε αντίθεση με άλλα είδωλα του σινεμά που, μετά την πτώση του, είδαν τις καριέρες τους να σβήνουν, η Αλίκη θα συνέχιζε απτόητη την ανοδική της πορεία στο θέατρο. «Απελευθερώθηκα», θα έλεγε στον Γιώργο Λιάνη το 1975. «Ξέσκισα μέσα μου τα ταμπού του καλού κοριτσιού. Το καλό κορίτσι πέθανε. Δέχθηκα είκοσι χρόνια έναν τέτοιο καταναγκασμό, δέχθηκα μια συζυγική σχέση που δεν μου πήγαινε, δέχθηκα τις χειροπέδες που μου φόρεσαν οι νοικοκυρές και τα κοριτσόπουλα και έπεσα θύμα του μύθου του καλού κοριτσιού».
O κρυφός γάμος
Η πρώτη συνάντηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Κύπριου επιχειρηματία Γιώργου Ηλιάδη έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, στο εστιατόριο Σκορπιός, του οποίου ήταν εκείνος ιδιοκτήτης. Το φλερτ ανάμεσά τους εξελίχθηκε σε έρωτα. Στις 29 Ιανουαρίου 1982 πραγματοποιήθηκε ο δεύτερος γάμος της Αλίκης, στο εκκλησάκι πλάι στη Μητρόπολη. Θα κρατηθεί μυστικός για σχεδόν δέκα χρόνια. Για πρώτη φορά τον πληροφορήθηκε το κοινό από ένα εξώφυλλο του περιοδικού «7 μέρες TV». Το 1993 θα τον επιβεβαίωνε η ίδια στη συνέντευξή της στον Νίκο Χατζηνικολάου. «Σας την έσκασα, και δεν είναι η μόνη φορά», θα πει γελώντας. O έρωτας με τον Γιώργο Ηλιάδη όμως δεν είχε happy end. Ο επιχειρηματίας επέστρεψε αναπάντεχα στην προηγούμενη σύζυγό του και στα παιδιά τους στην Κύπρο δίνοντας ξαφνικό τέλος στη σχέση και αφήνοντας την ηθοποιό απαρηγόρητη. «Μια μέρα, κρυφά, σαν κλέφτης, έφυγα χωρίς να έχει μεσολαβήσει τίποτα μεταξύ μας», θα παραδεχόταν ο ίδιος.

Σάντα Εβίτα
Το πιο μεγαλεπήβολο σχέδιο της πρωταγωνίστριας ήταν το ανέβασμα της «Εβίτα», της ροκ όπερας του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ. Πίστευε ότι είχε τα δικαιώματα του έργου στην τσέπη της, όμως «αντίπαλη» πρωταγωνίστρια και ο θεατρικός επιχειρηματίας σύζυγός της είχαν «πληροφορήσει», όπως λέγεται, τους Λονδρέζους παραγωγούς πως η Αλίκη ήταν γριά, ατάλαντη και φάλτσα. «Θα κάνω οντισιόν», δήλωσε με πείσμα, «αλλά το ρόλο θα τον πάρω». Πράγματι, πήγε στο Λονδίνο και έδωσε οντισιόν στον παραγωγό του έργου, Χάρολντ Πρινς. «Όχι μόνο τους τραγούδησα», θα περιέγραφε βγαίνοντας, «αλλά σήκωσα και τη φούστα μου και τους έδειξα τα πόδια μου. “Να και τα πόδια της γριάς που σας έλεγαν!”, τους είπα». Ο ρόλος βέβαια ήταν δικός της. Η αθηναϊκή παράσταση της «Εβίτα» έγινε ο μεγαλύτερος ίσως θεατρικός θρίαμβος της Αλίκης. Και ο συμπρωταγωνιστής της, Βλάσσης Μπονάτσος, ο νέος της σύντροφος.
Στα ’80s προκαλούσαν ακόμη εντύπωση οι σχέσεις της με νεότερους άντρες, όπως ο Βλάσσης Μπονάτσος και ο Κώστας Σπυρόπουλος. «Είναι ένα τόλμημα να συζείς με έναν άντρα που δεν είναι νόμιμος άντρας σου. Και ίσως είναι ένα μάθημα για όλες τις γυναίκες. Με ρωτάτε αν με ενοχλεί που είναι νεότερός μου. Αυτό το λέτε εσείς, εγώ δεν το έχω αντιληφθεί», είχε πει η πρωταγωνίστρια στον Φρέντυ Γερμανό για τον Βλάσση Μπονάτσο.
Η ξαφνική αυλαία
Οι πρώτες ενοχλήσεις είχαν αρχίσει το χειμώνα του 1995. Η Αλίκη με τη μοναδική κράση, που δούλευε σκληρότερα και περισσότερο απ’ όλους, ξαφνικά έδειχνε σημάδια πρωτόγνωρης εξάντλησης. «Έβλεπα την Αλίκη», διηγήθηκε η Νόρα Βαλσάμη στη Φρίντα Μπιούμπι, «να μην μπορεί να πάρει τα πόδια της μετά την παράσταση. Κι όμως, ήθελε, σαν από αντίδραση ίσως, να βγούμε για φαγητό. Της έλεγα: “Πήγαινε σπίτι. Τι θέλεις τώρα να πάμε να φάμε και είναι 1 η ώρα! Έχεις και διπλές παραστάσεις αύριο”. Δεν με άκουγε…». Στη Θεσσαλονίκη, τον Μάιο του 1996, αναγκάστηκε να διακόψει τις παραστάσεις της «Μελωδίας της ευτυχίας» για να υποβληθεί σε εξετάσεις. Ταξίδεψε στο Μόναχο. Τα αποτελέσματα δεν έδιναν ελπίδες. «Θα παίξω ένα θέατρο ακόμα. Μία παράσταση θα δώσω. Γιατί αγαπάω και το γιο μου και τη μάνα μου. Θα πάω στην Αμερική, ακόμα κι αν ξέρω ότι δεν πρόκειται να γίνει τίποτα», δήλωσε στο γιατρό της, Νικόλαο Λυγιδάκη. Η αντίστροφη μέτρηση, με την επιστροφή της στην Ελλάδα και την εισαγωγή της στο Ιατρικό Κέντρο, κράτησε λιγότερο από δύο μήνες, μέχρι τις 23 Ιουλίου 1996. «Όταν φύγω, θα φύγω ξαφνικά», είχε πει προφητικά ένα χρόνο νωρίτερα. «Πείτε πως χάσατε ένα χαμόγελο». Βέβαια, για το κοινό που την αποχαιρέτησε με έναν εθνικό θρήνο και μια πάνδημη κηδεία και την κρατά ακόμα και σήμερα στην καρδιά του, η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν πολύ περισσότερα.
Διαβάστε ολόκληρο το αφιέρωμα με με σπάνιες συνεντεύξεις και φωτογραφικό υλικό στο HELLO! που κυκλοφορεί.
Φωτογραφίες: Κλεισθένης











