Σινεμά: Είδαμε το Michael, αλλά όχι τον Μάικλ

Το πορτρέτο μιας ιδιοφυΐας που δεν αποκαλύπτεται.

Η βιογραφική ταινία Michael μοιάζει εξαρχής καταδικασμένη να ισορροπήσει πάνω σε ένα λεπτό σχοινί: από τη μία η μυθολογία ενός από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, από την άλλη η ανάγκη –ή μάλλον η απροθυμία– ουσιαστικής διείσδυσης σε αυτήν. Ο Μάικλ Τζάκσον δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας μουσικός· υπήρξε ένα πολιτισμικό φαινόμενο. Και όμως, η ταινία του Αντουάν Φουκουά δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη συντήρηση αυτού του μύθου παρά για την εξερεύνησή του — όχι με τη διάθεση να πάρει θέση για τα σκοτάδια ή τις καταγγελίες που συνοδεύουν διαχρονικά το όνομά του, αλλά με την έννοια της πραγματικής διείσδυσης στο μυαλό μιας ιδιοφυΐας.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η αφήγηση ακολουθεί μια γραμμική, σχεδόν «ασφαλή» πορεία: από το Γκάρι, Ιντιάνα και τα χρόνια των Jackson 5, μέχρι την εποχή του Bad. Ο Τζαφάρ Τζάκσον, ένα από τα έντεκα παιδιά του Ζερμέιν Τζάκσον, είναι μακράν ό,τι πιο ζωντανό διαθέτει η ταινία. Η φωνή του είναι ανατριχιαστικά κοντά σε εκείνη του διάσημου θείου του, σε σημείο σχεδόν αποσταθεροποιητικό· μια ομοιότητα που μοιάζει να λειτουργεί ταυτόχρονα ως ευλογία και περιορισμός, ίσως και εξήγηση για το γιατί δεν έχει χαράξει μέχρι σήμερα μια απολύτως αυτόνομη μουσική πορεία. Ωστόσο, όσο πειστικός κι αν είναι εξωτερικά, η ίδια η ταινία δεν του επιτρέπει ποτέ να αγγίξει τον εσωτερικό κόσμο του Μάικλ.

Η παρουσία της οικογένειας Τζάκσον στην παραγωγή λειτουργεί ως ένας διαρκής μηχανισμός ελέγχου. Από τη ΛαΤόγια Τζάκσον και τον Μάρλον Τζάκσον μέχρι τον Τίτο Τζάκσον και τον Τζάκι Τζάκσον, αλλά και τη Κάθριν Τζάκσον (ναι, η μαμά ζει ακόμα και μάλιστα είναι η βασική κληρονόμος των δικαιωμάτων του), το αποτέλεσμα είναι μια αφήγηση αποστειρωμένη. Ακόμη και η συμμετοχή των παιδιών του, όπως ο Πρινς Τζάκσον και ο Μπίγκι Τζάκσον, ενισχύει αυτή την αίσθηση «εγκεκριμένης μνήμης». Αντίθετα, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις τη διαχρονικά πιο αξιοπρεπή στάση της Τζάνετ Τζάκσον απέναντι στην κληρονομιά του αδελφού της, αλλά και τη νηφαλιότητα της Πάρις Τζάκσον, η οποία έχει ξεκαθαρίσει πως πρόκειται για μια ταινία μυθοπλασίας που ελάχιστα αγγίζει την πραγματική ιδιοσυγκρασία του πατέρα της.

Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που μοιάζει λιγότερο με βιογραφία και περισσότερο με επιμελημένο μουσικό προϊόν. Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: γιατί όχι ένα καθαρό μιούζικαλ, ειδικά όταν υπάρχει ήδη το επιτυχημένο MJ the Musical; Οι σκηνές on stage —εκεί όπου ο Μάικλ Τζάκσον υπήρξε ανυπέρβλητος— αποτυγχάνουν να αποδώσουν την ενέργεια και τη σωματικότητα του φαινομένου. Τα στάδια μοιάζουν τεχνητά, τα πλήθη ψηφιακά, και η εμπειρία απομακρύνεται από κάθε αίσθηση πραγματικού κινδύνου ή έκστασης. Η σύγκριση με το Elvis του Μπαζ Λούρμαν ή το Walk the Line είναι αναπόφευκτη.

Αυτό που λείπει περισσότερο, όμως, δεν είναι η πληροφορία αλλά η διαδικασία της δημιουργίας. Δεν βλέπουμε ποτέ ουσιαστικά πώς γεννήθηκε το Billie Jean, πώς διαμορφώθηκε ως αφήγηση και ρυθμός, ούτε πώς οδηγήθηκε ο Μάικλ σε εκείνη τη λεπτή ισορροπία μεταξύ εμμονής και ποπ τελειότητας. Το ίδιο ισχύει και για το moonwalk: αντί να παρουσιαστεί ως αποτέλεσμα πειραματισμού, πρόβας και εμμονικής τελειοποίησης, εμφανίζεται σχεδόν ως στιγμιαίο εύρημα, απογυμνωμένο από τον ιδρώτα που το γέννησε.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η διαχείριση της σχέσης με τον Τζόζεφ Τζάκσον. Η κακοποίηση υπονοείται αλλά δεν βιώνεται ποτέ πραγματικά, αφήνοντας ένα κρίσιμο ψυχολογικό κενό. Το ίδιο κενό διαπερνά και τις σχέσεις μέσα στους Jackson 5: απουσιάζει κάθε ένταση, κάθε πιθανός ανταγωνισμός, κάθε ανθρώπινη τριβή.

Τελικά, το πρόβλημα της ταινίας δεν είναι ότι ωραιοποιεί — αυτό είναι σχεδόν αναμενόμενο. Είναι ότι αντικαθιστά την πολυπλοκότητα με μια λεία, ακίνδυνη αφήγηση. Και όταν αφαιρείς από μια τόσο αντιφατική προσωπικότητα τις αντιφάσεις της, δεν την τιμάς· την απλοποιείς μέχρι να γίνει επίπεδη.

Cookies