Η πρόσφατη δήλωση της Κατερίνας Γερονικολού ότι δεν μαγειρεύει και ότι το σπίτι αποτελεί κοινή ευθύνη προκάλεσε ποικίλα σχόλια. Σε μια κοινωνία που ακόμα παλεύει με αναχρονιστικά πρότυπα, η επιλογή ενός ζευγαριού να μην ακολουθήσει τους παραδοσιακούς ρόλους θεωρείται σχεδόν «επαναστατική». Είναι όμως πράγματι έτσι; Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική πραγματικότητα παραμένει βαθιά ανισομερής.
Σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή έρευνα CARE του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), η άμισθη εργασία στο σπίτι παραμένει γένους θηλυκού στην Ελλάδα:
- Καθημερινές οικιακές εργασίες: 65% των γυναικών έναντι μόλις 28% των ανδρών.
- Εντατική φροντίδα παιδιών: 37% των μητέρων αφιερώνει πάνω από 35 ώρες την εβδομάδα, έναντι 15% των πατέρων.
- Φροντίδα ηλικιωμένων συγγενών: 26% των γυναικών προσφέρει συστηματική βοήθεια, σε σύγκριση με το 12% των ανδρών.
Αυτά τα νούμερα δεν είναι απλώς στατιστικές, είναι η καθημερινότητα χιλιάδων γυναικών. Μου θυμίζουν έντονα τη δική μου αφετηρία. Όταν γνωρίστηκα με τον άντρα μου γνώριζα να κάνω μόνο τα βασικά στην κουζίνα. Μέχρι και σήμερα, για τα λίγα εκλεπτυσμένα πιάτα ευθύνεται η Αργυρώ. Παστίτσιο, γεμιστά δεν έχω ακόμα πειρματιστεί να κάνω και με τα γιουβαρλάκια το αποτέλεσμα είναι νόστιμο, αλλά οι κεφτέδες διαλύονται στο αυγολέμονο.
Εκείνος, μεγαλωμένος σε ένα μικρό χωριό στην Εύβοια μέσα σε ένα σπίτι μόνο με γυναίκες, δεν είχε μάθει ούτε να μεταφέρει το πιάτο του στον νεροχύτη. Μάλλον όμως παρατηρούσε, έβλεπε, αισθανόταν και μάθαινε.
Όταν αποφασίσαμε να ζήσουμε μαζί, του ξεκαθάρισα αμέσως πως δεν είχα κανένα σκοπό να αναλάβω αποκλειστικά όλα τα καθήκοντα του σπιτιού. Αφού ξεπέρασε το πρώτο σοκ της δήλωσης «δεν ξέρω να σιδερώνω», βρέθηκα αντιμέτωπη με έναν σύντροφο που, μετά από αρκετές συγκρούσεις, ανέλαβε το ποσοστό που του αναλογούσε. Αν και έπρεπε διαρκώς να τονίζω πως δεν υπάρχουν αντρικές και γυναικείες δουλειές. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να του λέω έντονα: «Τα τζάμια είναι ξεκάθαρα δουλειά για εσένα, αφού έχεις πιο δυνατά χέρια».
Κάνουμε τα πάντα μισά-μισά; Όχι. Και η αλήθεια είναι πως δεν φταίει μόνο ο άνδρας που χρειάζεται να σπάσει τα έμφυλα δεσμά του νοικοκυριού· πρέπει να τα σπάσω κι εγώ η ίδια μέσα μου.
Γιατί το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι να μοιράσεις τις χειρωνακτικές δουλειές, αλλά να αποβάλλεις τον νοητικό φόρτο (mental load) — αυτό το αόρατο project management του σπιτιού που τρέχει διαρκώς στο γυναικείο μυαλό. Το να θυμάσαι πότε τελειώνει το γάλα, πότε πρέπει να μπει το πλυντήριο, τι ρούχα χρειάζονται τα παιδιά και ποιους θα καλέσεις στο πάρτι τους.
Ακόμα και σήμερα, μέσα στην κούρασή μου, πιάνω τον εαυτό μου να πέφτει στην παγίδα του αυτοματισμού. Αντί να ζητήσω καθαρά βοήθεια, επιλέγω να τριγυρνάω στο σπίτι σαν οσιομάρτυρας, μαζεύοντας πράγματα με νευρικές κινήσεις και ξεσπώντας με τις κλασικές ατάκες: «Δεν είμαι υπηρέτρια εδώ μέσα, δεν είναι ξενοδοχείο εδώ πέρα!».
Είναι μια ασυνείδητη ανάγκη να επιβεβαιώσω έναν ρόλο θύματος που μας κληροδότησαν προηγούμενες γενιές, λες και η αξία μου ως μάνα και σύζυγος κρίνεται από το πόσο θυσιάζομαι για την τάξη του σπιτιού.
Όμως η αλλαγή δεν έρχεται με γκρίνια, έρχεται με κοινή εκπαίδευση. Για να σταματήσει η γυναίκα να κάνει τον “διαχειριστή” και ο άνδρας τον “βοηθό”, πρέπει να μοιραστεί η ίδια η σκέψη και η οργάνωση. Ως γονείς, έχουμε χρέος να εκπαιδεύσουμε μαζί τα παιδιά μας από νεαρή ηλικία στις υποχρεώσεις. Δεν τους μαθαίνουμε απλά να μαζεύουν, τους μαθαίνουμε ότι η φροντίδα του κοινού μας χώρου είναι δείγμα σεβασμού και συνύπαρξης, όχι γυναικεία αγγαρεία.
Και στην τελική, το μεγάλο στοίχημα της γενιάς μας είναι να μάθουμε να “αφήνουμε” πράγματα. Ας μείνει και το σπίτι αναστατωμένο. Ας μείνουν τα παιχνίδια στο πάτωμα και τα πιάτα στον νεροχύτη για το επόμενο πρωί. Κανένα καθαρό πάτωμα δεν άξιζε ποτέ μια χαμένη οικογενειακή αγκαλιά ή έναν καυγά. Η ψυχική μας υγεία και η ηρεμία όλων μας είναι πολύ πιο πολύτιμες από ένα αποστειρωμένο, αλλά συναισθηματικά παγωμένο σπίτι.»











