Σαν σήμερα, στις 21 Αυγούστου 1911, το Παρίσι ξύπνησε με ένα από τα πιο απίστευτα νέα στην ιστορία της τέχνης: η Μόνα Λίζα είχε κάνει φτερά από το Λούβρο. Για ένα έργο που σήμερα θεωρείται σχεδόν ανεκτίμητο, η κλοπή έγινε με τρόπο που μοιάζει βγαλμένος από κινηματογραφική ταινία. Ένας πίνακας εξαφανίστηκε μέσα από ένα από τα διασημότερα μουσεία του κόσμου, η Γαλλία τέθηκε σε συναγερμό, η αστυνομία αναζητούσε τον ένοχο, ενώ ακόμη και ο Πάμπλο Πικάσο βρέθηκε για λίγο στο στόχαστρο των Αρχών. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, δύο χρόνια αργότερα η Τζοκόντα εμφανίστηκε στην Ιταλία, με τον άνθρωπο που την είχε κλέψει να υποστηρίζει πως ήθελε απλώς να την «επιστρέψει» στην πατρίδα της.
Από τη Φλωρεντία στο Λούβρο
Η Μόνα Λίζα, γνωστή και ως Τζοκόντα, είχε ήδη μια εντυπωσιακή ιστορία πολύ πριν γίνει πρωταγωνίστρια μιας από τις πιο διάσημες κλοπές όλων των εποχών. Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι τη φιλοτέχνησε στη Φλωρεντία, από το 1503 έως το 1507, και το έργο σύντομα πέρασε σε γαλλικά χέρια. Ο Γάλλος βασιλιάς Φραγκίσκος Α’ την απέκτησε για τον πύργο του στο Φοντενεμπλό, ενώ αργότερα η Τζοκόντα βρέθηκε στις Βερσαλλίες, επί Λουδοβίκου ΙΔ’. Ακόμη και ο Ναπολέων είχε αδυναμία στον διάσημο πίνακα, ο οποίος κόσμησε για ένα διάστημα την κρεβατοκάμαρά του. Από το 1804, όμως, η Μόνα Λίζα είχε βρει τη μόνιμη στέγη της στο Λούβρο.
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι έναν αιώνα αργότερα θα γινόταν το αντικείμενο μιας κλοπής που θα απασχολούσε ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρωινό που η Τζοκόντα εξαφανίστηκε
Ήταν Τρίτη 22 Αυγούστου 1911 και ένας ζωγράφος με το όνομα Λουί Μπερού βρισκόταν στο Λούβρο. Ο Μπερού συνήθιζε να ζωγραφίζει αντίγραφα της Μόνα Λίζα και να τα πουλά στους επισκέπτες. Εκείνο το πρωί, όμως, κάτι του φάνηκε παράξενο. Η θέση της Τζοκόντα ήταν άδεια. Αρχικά δεν υπήρξε κανένας πανικός. Ο Μπερού ενημέρωσε έναν φύλακα, ο οποίος του απάντησε περίπου με τη λογική «μάλλον θα την έχουν πάρει για συντήρηση». Άλλωστε, το Λούβρο ήταν κλειστό την προηγούμενη ημέρα, καθώς ήταν Δευτέρα, η καθιερωμένη ημέρα αργίας του μουσείου. Μόνο όταν διαπιστώθηκε ότι η Μόνα Λίζα δεν βρισκόταν στο συντηρητήριο κατάλαβαν όλοι ότι κάτι πολύ πιο σοβαρό είχε συμβεί.
Σφραγίστηκε το Λούβρο, έκλεισαν τα σύνορα
Ο συναγερμός ήταν άμεσος. Οι πόρτες του Λούβρου σφραγίστηκαν, τα γαλλικά σύνορα έκλεισαν και την υπόθεση ανέλαβε η αστυνομία, με επικεφαλής τον επιθεωρητή Λουί Λεπέν. Μάλιστα, ένα από τα πρώτα θύματα της υπόθεσης ήταν ο ίδιος ο διευθυντής του Λούβρου, Τεοφίλ Ομόλ. Λίγους μόλις μήνες νωρίτερα είχε καυχηθεί ότι κανείς δεν θα μπορούσε να κλέψει τη Μόνα Λίζα από το μουσείο. Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχθηκε πολύ διαφορετική. Ο Λεπέν βρήκε γρήγορα ένα σημαντικό στοιχείο: την κορνίζα του πίνακα κάτω από μια σκάλα, σε μικρή απόσταση από το σημείο όπου βρισκόταν η Τζοκόντα. Ο πίνακας, όμως, είχε εξαφανιστεί.
Όλοι ήταν ύποπτοι, ακόμη και ο Πικάσο
Οι έρευνες στράφηκαν προς κάθε πιθανή κατεύθυνση. Οι αστυνομικοί εξέτασαν κατώτερους υπαλλήλους του μουσείου, εμπόρους έργων τέχνης, αλλά και νεαρούς καλλιτέχνες της αβάν-γκαρντ, που θεωρούνταν εχθρικοί απέναντι στην παραδοσιακή τέχνη.
Την ίδια ώρα, το Παρίσι είχε αρχίσει να κάνει τα δικά του σενάρια. Άλλοι έβλεπαν πίσω από την κλοπή κάποιον Αμερικανό μεγιστάνα και άλλοι θεωρούσαν πιθανό να βρίσκεται πίσω από την υπόθεση η Γερμανία. Όταν το Λούβρο άνοιξε ξανά στις 29 Αυγούστου, χιλιάδες άνθρωποι έσπευσαν στο μουσείο μόνο και μόνο για να κοιτάξουν την άδεια θέση της Μόνα Λίζα. Η εξαφάνισή της είχε ήδη αποκτήσει διαστάσεις εθνικού δράματος.
Και τότε ήρθε μια ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1911, η αστυνομία ανακοίνωσε τη σύλληψη του ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ και του νεαρού τότε Πάμπλο Πικάσο ως υπόπτων για την κλοπή. Ο Πικάσο αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα, ενώ ο Απολινέρ παρέμεινε υπό κράτηση για λίγες ακόμη ημέρες. Ο Τύπος, όμως, είχε ήδη προλάβει να τους καταδικάσει στα πρωτοσέλιδα. Η υπόθεση τελικά δεν είχε καμία σχέση μαζί τους.
Δύο χρόνια χωρίς κανένα ίχνος
Για περίπου δύο χρόνια η υπόθεση παρέμενε άλυτη. Η Μόνα Λίζα είχε εξαφανιστεί και πολλοί πίστευαν ότι ίσως είχε καταστραφεί. Μέχρι που, τον Νοέμβριο του 1913, ένας Ιταλός γκαλερίστας, ο Αλφρέντο Τζέρι, έλαβε ένα μυστηριώδες γράμμα. Ο αποστολέας συστηνόταν ως Λεονάρντο Βιτσέντζο και ισχυριζόταν ότι είχε στην κατοχή του τη Μόνα Λίζα.
Ήθελε, όπως έγραφε, να την επιστρέψει στην Ιταλία – αρκεί να λάμβανε μια «εύλογη αμοιβή». Ο Τζέρι δεν πίστεψε αμέσως την ιστορία. Συμφώνησε, όμως, να συναντήσει τον μυστηριώδη άνδρα στη Φλωρεντία.
Το μπαούλο του ξενοδοχείου έκρυβε το μεγαλύτερο μυστικό
Στις 10 Δεκεμβρίου 1913, ο Τζέρι συναντήθηκε με τον άνδρα στη γκαλερί του. Μαζί του ήταν και ο Τζιοβάνι Πότζι, διευθυντής της περίφημης πινακοθήκης Ουφίτσι.
Την επόμενη ημέρα, ο άγνωστος τους οδήγησε στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο «Τρίπολι-Ιτάλια». Εκεί άνοιξε ένα μπαούλο και αποκάλυψε έναν κρυφό πάτο. Από εκεί εμφανίστηκε η Μόνα Λίζα. Οι δύο άνδρες παρέμειναν επιφυλακτικοί, καθώς γνώριζαν ότι κυκλοφορούσαν πολλές απομιμήσεις του διάσημου έργου. Για αυτό είχαν ήδη ενημερώσει τους Καραμπινιέρους.
Ο άνδρας συνελήφθη. Και τότε αποκαλύφθηκε η πραγματική του ταυτότητα: Βιτσέντζο Περούτζια, ένας 30χρονος Ιταλός από το Κόμο, ο οποίος είχε εργαστεί για ένα διάστημα ως ξυλουργός στο Λούβρο.

Η απίστευτα απλή μέθοδος της κλοπής
Η απολογία του Περούτζια έκανε την υπόθεση ακόμη πιο εντυπωσιακή. Ο ίδιος υποστήριξε ότι την ημέρα της κλοπής είχε μεταμφιεστεί σε υπάλληλο του μουσείου. Πήρε τη Μόνα Λίζα από τη θέση της, την έκρυψε κάτω από τη φόρμα του και βγήκε από το Λούβρο χωρίς να τον σταματήσει κανείς.
Ο πίνακας είχε διαστάσεις περίπου 53 επί 77 εκατοστά. Και το πιο απίστευτο; Το κρησφύγετό του βρισκόταν μόλις ένα χιλιόμετρο από το Λούβρο. Για σχεδόν δύο χρόνια, η Μόνα Λίζα ήταν κρυμμένη τόσο κοντά στο μουσείο από το οποίο είχε κλαπεί.
Ο κλέφτης έγινε… λαϊκός ήρωας στην Ιταλία
Όταν έγινε γνωστό ότι ο πίνακας ήταν αυθεντικός, η κοινή γνώμη στην Ιταλία αντιμετώπισε τον Περούτζια με απρόσμενη συμπάθεια. Για πολλούς δεν ήταν ένας απλός κλέφτης, αλλά ένας άνθρωπος που προσπάθησε να επιστρέψει ένα ιταλικό έργο στην πατρίδα του. Ο ίδιος φαίνεται πως πίστευε ότι η Μόνα Λίζα έπρεπε να βρίσκεται στην Ιταλία. Τελικά, οι δικαστές τον καταδίκασαν σε ολιγόμηνη φυλάκιση. Η περιπέτεια, όμως, δεν είχε τελειώσει.
Η θριαμβευτική επιστροφή της Μόνα Λίζα στο Παρίσι
Πριν επιστρέψει στη Γαλλία, ο πίνακας παρέμεινε για περίπου έναν μήνα στην Ιταλία. Εκτέθηκε στα Ουφίτσι και σε άλλα μεγάλα μουσεία, δίνοντας σε εκατομμύρια Ιταλούς την ευκαιρία να δουν από κοντά το αινιγματικό χαμόγελο της γυναίκας που είχε γίνει παγκόσμια διάσημη.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1913, περίπου 60.000 άνθρωποι βρέθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μιλάνου για να την αποχαιρετήσουν.Η Τζοκόντα ταξίδεψε με ειδικά φυλασσόμενο βαγόνι προς το Παρίσι και στις 4 Ιανουαρίου 1914 επέστρεψε στο Λούβρο.
Αυτή τη φορά, όμως, τίποτα δεν θα ήταν όπως πριν. Η Μόνα Λίζα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα και η κλοπή της έκανε το ήδη διάσημο έργο του Ντα Βίντσι πραγματικό παγκόσμιο σύμβολο. Και κάπως έτσι, ένας πίνακας που είχε ζωγραφιστεί αιώνες νωρίτερα απέκτησε τη δική του αστυνομική ιστορία: έναν κλέφτη, έναν μυστηριώδη σάκο, έναν άδειο τοίχο στο Λούβρο, έναν Πικάσο που βρέθηκε άδικα στο στόχαστρο και μια θεαματική επιστροφή στην πατρίδα του.
Η Τζοκόντα βρίσκεται έκτοτε και πάλι στο Λούβρο, πίσω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Άλλωστε, μετά από όλα όσα συνέβησαν, μάλλον κανείς δεν θέλει να ξαναδεί την περίφημη θέση της… άδεια.











